Καίσαρης Ιωσήφ
Από Musipedia
(Κέρκυρα 1845 - Αθήνα 1923). Επτανήσιος αρχιμουσικός και μουσικοσυνθέτης, που πήρε την προσωνυμία "Ο Έλλην Γιόχαν Στράους". Ο δικηγόρος πατέρας του Νικόλαος (που είχε σπουδάσει στην Πίζα) φρόντισε να του δώσει επιμελημένη μόρφωση γενικής κατεύθυνσης. Διδάχτηκε τα πρώτα μαθήματα μουσικής από τον [[Δοξολογία|Δοξολογία,_Μάντζαρου|Μάντζαρο]], στη "Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας". Απεφοίτησε (1867) με χρυσό Αριστείο. Συνέχισε σπουδές στο Ωδείο San Pietro a Majella και κατά τις διπλωματικές του εξετάσεις τον συνεχάρη ο ίδιος ο Βέρντι (και μάλιστα του χάρισε φωτογραφία με ιδιόχειρη αφιέρωση). Επέστρεψε στην Ελλάδα και ακολούθησε καριέρα αρχιμουσικού Φιλαρμονικών και στρατιωτικού μουσικού. Το 1872 ανέλαβε τη «Φιλαρμονική Εταιρεία» Λευκάδος και εργαζόμενος με υποδειγματική αυταπάρνηση (σε αντίθεση προς τους προκατόχους του Μέργιανο και Ζάιλερ) γαλούχησε καινούργια μουσικά στελέχη και ξανάδωσε στην Μπάντα την επί Καπνίση αίγλη της. Κατόπιν προσχώρησε στη Στρατιωτική Μουσική και το 1909 ήταν ήδη λοχαγός-επιθεωρητής των Στρατιωτικών Ορχηστρών πνευστών. Στο μεταξύ διηύθυνε τη Μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Αθηνών και το 1892 ως επικεφαλής της πήρε το Α' βραβείο στο "Αβερώφειο μουσικό διαγώνισμα φωνητικής και οργανικής μουσικής", εκτελώντας την Εισαγωγή "Ο Χαλίφης της Βαγδάτης" του Μπουαλντιέ. Την εποχή εκείνη εξελίχθηκε σε σημαντικό καλλιτεχνικό παράγοντα της αθηναϊκής ζωής, συνθέτοντας μουσική για τη μπάντα, για επιθεωρήσεις, ή για κωμειδύλλια, όπως: "Πράσινο φουστάνι" (1892), "Η περί όνου σκιάς δίκη" (1892), "Οι υπηρέται" (1892), "Δύο προεστοί του χωριού" (1893), "Eπί του καταστρώματος" (1993), στην "Σφουγγαράδες" (1894), "Δον Κιχώτης" (1895), "Πρώτον πυρ" (1895, επιθεώρηση του Μίκιου Λάμπρου), και διευθύνοντας την ορχήστρα σε παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας, όπως: "Ηλέκτρα" (σε μουσική Ι. Σακελλαρίδη, 1899), "Ορέστεια" (σε μουσική Στάνφορντ, 1903), κ.λπ. Με τον Θ. Πολυκράτη έγραψε άλλωστε τη μουσική της πρώτης ελληνικής θεατρικής επιθεώρησης ("Λίγο απ' όλα" του Μίκιου Λάμπρου, 1894). Συνέθεσε πλείστες συμφωνίες (εισαγωγές σε ιταλικό στυλ), θούρια (όπως το "Λευθερωμένα Γιάννενα"), και φυσικά πολλά βαλς («Crisantemi», κ.λπ.), ύμνους, εμβατήρια, κ.λπ. Στα ονομαστά εμβατήριά του: «Αβέρωφ», «Ricordo d’ Attene», «Candia», «Altiglieria», «Παναθήναια», «Cello Attico», «Speranza», «Κόρινθος», «Judelia», «Πρίγκηψ Νικόλαος», «Ol;ympia» (1888), κ.λπ. Συνέθεσε επίσης δημοφιλή ύμνο στον βασιλιά Κων/νο και μουσική σε σκηνικά έργα, όπως στις "Τορπίλλες" του Βλ. Γαβριηλίδη (με τον Σπ. Σαμάρα, 1879). Το συμφωνικό του ποίημα "Η μάχη των Δερβενίων", που στάλθηκε το 1888 στο Παρίσι από την Επιτροπή της Έκθεσης του Ζαππείου, πήρε το 1ο βραβείο σε σχετικό διαγωνισμό (από Ελλανόδικη Επιτροπή με πρόεδρο τον Λεό Ντελίμπ). Το 1896 πήρε μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες ως επικεφαλής της «Ηνωμένης Φρουράς Αθηνών» και συνέθεσε το "Νενικήκαμεν" για τον Σπ. Λούη, τον νικητή του πρώτου Ολυμπιακού Μαραθωνίου. To 1897 συνέθεσε το εμβατήριο "Στον Γιώργο μας" (για τον νεογέννητο γιο του Κωνσταντίνου και της Σοφίας). Επίσης στη Μεσολυμπιάδα του 1906 έγραψε για τον Μ. Σέρριγκ (τον Καναδό νικητή του Μαραθωνίου) εμβατήριο που χρησιμοποιούσε αποσπάσματα από τους Ύμνους διαφόρων κρατών και τελείωνε με την τελευταία φράση του ελλ. Εθνικού `Υμνου. Έγραψε και τραγούδια: «Περνούσ’ ο χρόνος κι άφωνος», κ.λπ. Στους μαθητές του και ο Αιμίλιος Σπηλιωτόπουλος (Σπήλιος).
Πηγές
- Τάκης Καλογερόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής μουσικής, εκδόσεις Γιαλλελή, 2001
