Ψαλτήριον
Από Musipedia
γενικός όρος για τα έγχορδα όργανα που παίζονταν απευθείας με τα δάχτυλα, χωρίς τη βοήθεια πλήκτρου. Σε αυτή την κατηγορία ανήκε το επιγόνειον, η μάγαδις, η πήκτις, το σιμίκιον, η</i> σαμβύκη, ο νάβλας και το τρίγωνον (βλ. τα αντίστοιχα λ.).
Αλλά η λέξη ψαλτήριο απαντά πολύ συχνά με τη σημασία ενός ειδικού οργάνου. Πολυδ. (IV, 59): "...χέλυς, ψαλτήριον, τρίγωνα..." κτλ.
Αθήν. (Δ', 183C, 81): "το δε ψαλτήριον, ως φησιν Ιόβας, Αλέξανδρος ο Κυθήριος συνεπλήρωσε χορδαίς" (το ψαλτήριο, καθώς λέει ο Ιόβας, τελειοποιήθηκε από τον Αλέξανδρο τον Κυθήριο με την προσθήκη περισσότερων χορδών). Φαίνεται ότι τα όργανα της οικογένειας του ψαλτηρίου, ιδιαίτερα εκείνα που είχαν πολλές χορδές, δε διέφεραν ουσιαστικά μεταξύ τους, γι' αυτό και μερικοί τα συνέχεαν· ο Απολλόδωρος (Αθήν. ΙΔ', 636F, 40) λέει ότι: "ο νυν, φησί, ημείς λέγομεν ψαλτήριον, τούτ' είναι μάγαδιν" (ό,τι εμείς καλούμε τώρα ψαλτήριο ήταν η μάγαδις).
Πηγές
- Σόλωνας Μιχαηλίδης, Εγκυκλοπαίδεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής, Εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 1999, ISBN: 960-250-174-Χ
