Καρρέρ Παύλος

Από Musipedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Καρρέρης) (Ζάκυνθος, 1829-1896) Διαπρεπής Επτανήσιος μουσουργός του 19ου αι. Υπήρξε ο πολυγραφότερος των μουσικών της εποχής του, προικισμένος με "αείρροη" μελωδική φλέβα που πήγαζε κατευθείαν από τις πηγές του ιταλικού "μπελκάντο" (και ειδικότερα, απο τον Ντονιτσέττι και τον Μπελλίνι). Σύμφωνα με πληροφορίες του Διονυσίου Ρώμα ("Ο Κόντες", σ. 395) καταγόταν από τον κλάδο των βαρώνων Μεγαδούκα-Λάσκαρη, που ήταν φτωχότερος μεν αλλά πολύ ενδοξότερος από τον κατοπινό κλάδο των Καρρέρ-Λαύρακα. Μετά τις πρώτες σπουδές στην πατρίδα του, στάλθηκε το 1840 στην Κέρκυρα, όπου παρακολούθησε μαθήματα στο Ιόνιο Γυμνάσιο ώς το 1842, οπότε πήγε με το θείο του Κων/νο στο Παρίσι για να σπουδάσει στο ονομαστό Λύκειο "Ερρίκος Δ' ". Όμως, λόγω των τότε πολιτικών ανωμαλιών, αναγκάστηκε να καταφύγει στο Λονδίνο και τελικά στο Λίβερπουλ. Εκεί ο θείος εγκατέλειψε τον ανιψιό, αλλά βρέθηκε ένας Άγγλος ευπατρίδης ο Τζαίημς Σπενς (Spence) να τον πάρει υπό την προστασία του και να βάλει την ανιψιά του Μαρία Μακ Ναμπ να τον διδάξει πιάνο. Οι περιπέτειές του εκείνης της εποχής (που θυμίζουν ένα ελληνικό "Χωρίς Οικογένεια") περιγράφονται γλαφυρά στα "Απομνημονεύματά" του (που έχουν δημοσιευθεί από το Ντίνο Κονόμο στη "Φιλολογική Πρωτοχρονιά" του 1962).Όταν γύρισε στη Ζάκυνθο (Μάρτιος 1843) παρακολουθούσε ανελλιπώς (ο θείος του ήταν στην επιτροπη του Θεάτρου) όλες τις παραστάσεις Ιταλικής όπερας που δίνονταν (ιδίως από το 1846-47) και συνέθετε στο πιάνο "μελωδίες" και χορούς. Παράλληλα έπαιρνε μαθήματα από τους Ιταλούς μαέστρους Τζουζέππε Κρίκα και Φραντσέσκο Μιρανγκίνι (που ήταν αρχιμουσικοί στη Φιλαρμονική Ζακύνθου). Ταυτόχρονα μελετούσε φιλολογία και ιστορία με την εποπτεία του καθηγητή Ιγνάτιου Μαρτζώκη και του ιερομονάχου Στρατούλη, του μετέπειτα Επισκόπου Κυθήρων. Τότε γνώρισε και τις πρώτες επιτυχίες, με το βαλς "Το αηδόνι" και τη μικρή όπερα (;) "Ο Προσκυνητής της Καστίλλης" για υψίφωνο, χορωδία και ορχήστρα ("Il Pellegrino de Castiglia", κείμενο Γεωργίου Λαγουιδάρα. Κατά Ν. Βαρβιάνη, ερμηνεύτηκε στη Ζάκυνθο από τη σοπράνο Enrichetta Zanni, περ. 1848-50). Το 1850 έφυγε για ανώτερες σπουδές στο Μιλάνο, όπου πήρε μαθήματα ανώτερων θεωρητικών από τους Ραϊμόντο Μποσσερόνε, Βίντερ και Τασσίστρι. Τότε άρχισε να συνθέτει τις πρώτες του όπερες που ανέβηκαν με επιτυχία στο "Κάρκανο" (από τα ελάσσονα θέατρα όπερας του Μιλάνου): "Dante e Bice" ("Δάντης και Βεατρίκη" 1852, σε κείμενο Σεραφίνο Τορέλλι, 3 πράξεις, ελληνική "πρώτη": Ζάκυνθος, 10.2.1858), "Isabella d' Aspena" ("Ισαβέλλα του Άσπεν" 1853, που εκτός από το "Κάρκανο" παίχτηκε στη Ζάκυνθο και το Μιλάνο), "La Rediviva" ("Η Αναζήσασα" 1854,, που γράφτηκε με παραγγελία της διεύθυνσης του θεάτρου, ιταλ. κείμενο Ιωσήφ Σαπίου, πρόλογος και 3 πράξεις , ελληνική πρώτη": Κέρκυρα, 25.12.1857. Επίσης, Ζάκυνθος 25.9.1858. Σώζεται το λιμπρέτο). Τον Απρίλιο και Μάιο του 1857 συνέθεσε για τους εκδότες Τζιοβάννι Κάντι και Ρικόρντι χορούς για πιάνο και φωνητικές ασκήσεις για τη Σχολή τραγουδιού των Βασιλικών Θεάτρων. Από τα έργα αυτά ο φαγκοτίστας και αρχιμουσικός Κων/νος Σαμοΐλης ανεκάλυψε το 1981 στην Κέρκυρα, 4 πόλκες έργο 9 (που δισκογραφήθηκαν από το Συγκρότημα "Νικόλαος Μάντζαρος" σε ενοργανώσεις του Σαμοϊλη): "Ο Αλβανός" ("L' Albanese") και "Οι Ωραίες Αρμένισσες" ("Les Belles Armenes": Ι. Valide' II. Melitza, III. Zerleina). Τότε ο φίλος του Καρρέρ Ιταλός φιλόλογος Ροβάνι του υπέβαλε την ιδέα του επαναπατρισμού και της σύνθεσης μελοδραμάτων και τραγουδιών εμπνευσμένων από την πρόσφατη "επαναστατική" ελληνική ιστορία. Αυτή η ιδέα (ενισχυμένη απο την αποτυχία του συνθέτη να γίνει δεκτός στα μεγάλα θέατρα της Ιταλίας) ήταν η αιτία της επιστροφής του στη Ζάκυνθο (Αύγουστος 1857) έχοντας μαζί 2 λιμπρέτα του Τζιοβάνι Κατσιαλούπι (Caccialupi): τον "Μάρκο Μπότσαρη" (4 πράξεις, ελλ. μεταφρ. Ιωσήφ Σαπίου, σύνθεση: 1857-58, την όπερα που έμελλε να τον αφήσει αθάνατο) και το "Fior di Maria" ("Άνθος της Μαρίας", επεισόδιο από τα "Μυστήρια των Παρισίων" του Ευγένιου Σύη). Τότε γνώρισε την υψίφωνο Ισαβέλλα Ιατρά (τη μετέπειτα σύζυγό και ερμηνεύτρια των έργων του). Τον Απρίλιο του 1858, συναντήθηκε με τους βασιλείς Όθωνα Αμαλία, που όταν άκουσαν αποσπάσματα του "Μάρκο Μπότσαρη", υποσχέθηκαν το "ανέβασμά" του στην Αθήνα (γιατί στα Επτάνησα η αγγλική λογοκρισία δεν το επέτρεπε). Όμως επενέβησαν ορισμένοι απογονοι αγωνιστών του 1821 και ματαίωσαν το ανέβασμα, που κατ' αυτούς θα σήμαινε προβολή του Μπότσαρη σε βάρος των δικών τους ένδοξων προγόνων!... Το Μάιο του 1859, λίγες μέρες μετά το γάμο του, συνέθεσε δύο από τα δημοφιλέστερα τραγούδια του (σε στίχους Ι. Τυπάλδου): το "Έχετε γεια ψηλά βουνά" και το "Ξύπνα, γλυκειά μου αγάπη". Ύστερα από περιοδεία σε Πάτρα, Αθήνα (όπου οι συναυλίες του διακόπηκαν από την αστυνομία που τον διέταξε να φύγει το γρηγορότερο... για να μην αναζωπυρώνεται το πατριωτικό φρόνημα!) και Σμύρνη, το ζεύγος Καρρέρ εγκαταστάθηκε στο Ζαχαράδο Ζακύνθου. Εκεί, το Φθινοπωρο του 1859. συνέθεσε ό,τι αποκαλούσε συνέχεια των "Ελληνικών Μελωδιών" του: "Ανθός και Αυγούλα", "Το φεγγάρι", τον περίφημο "Γέρο Δήμο": "Εγέρασα μωρέ παιδιά" (σε στίχους Βαλαωρίτη, που αργότερα ενσωματώθηκε στον "Μάρκο Μπότσαρη"), "Το μοιρολόι του Σαραντάρα" (στίχοι Διον. Καρρέρ), "Ο Στρατιώτης", "Τα άνθη" και "Η Μαρία" (που αργότερα ενσωματώθηκε στην όπερα "Κυρα Φροσύνη"). Στις 30.4.1861 δόθηκε στην Πάτρα (όπου στα μέσα του 1860 είχε δοθεί η "Ισαβέλλα του Άσπεν", και παρά τη λυσσώδη αντίδραση του αρχιεπισκόπου Μισαήλ) η παγκόσμια "πρώτη" του "Μάρκου Μπότσαρη", που μαζί με τον "Υποψήφιο βουλευτή" του Ξύνδα, γνώρισε ώς το 1920 περίπου μοναδική δημοτικότητα στην Ελλάδα και στις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού. Το 1866 οι Καρρέρ έχασαν το μοναχογιό τους και ο συνθέτης αναζήτησε διέξοδο στη θλίψη του συνθέτοντας 2 ακόμα όπερες το "Fior di Maria" (1867, ανέβηκε στην Κέρκυρα το 1868) και την "Κυρά Φροσύνη" (4πρακτη, σε ιταλικό κείμενο Ελισ. Μαρτινέγκου από το ομώνυμο έργο του Βαλαωρίτη, 1868) που θεωρήθηκε το αριστούργημά του (παίχτηκε στην Πάτρα το 1972, έναν μήνα μετά τον "Μάρκο Μπότσαρη", και στις 12.7.1875 στο θέατρο "Απόλλων" από ιταλικό μελοδραματικό θίασο η όπερα αυτή ώς πρόσφατα εθεωρείτο χαμένη. Όμως βρέθηκε στην Ιταλία, δισκογραφήθηκε από τον Βύρωνα Φιδετζή και αναμένεται η κυκλοφορία της!). Στα 1871-72 διατέλεσε πρόεδρος της Φιλαρμονικής Ζακύνθου και συνέθεσε χορούς-πόλκες όπως "Η κουτσομπόλα", πο(τ)-πουρί και καντρίλλιες σε μελωδίες από ιταλικές όπερες της εποχής. Την ίδια περίπου εποχή (ή, κατά τον Βαρβιάνη, το 1878) τοποθετείται και ένα "Λεύκωμα στη Βασίλισσα Όλγα", στο οποίο ανήκουν (Κώστας Σαμοΐλης, 1981), η πόλκα "Αλεξάνδρα" και το γκαλόπ "Furia" (παιγμένα επίσης από το Συγκρότημα "Ν. Μάντζαρος"). Τον Απρίλιο του 1875 υπέβαλε 8 τραγούδια στον "Ολυμπιακό Μουσικό Αγώνα" του Ζαππείου Κληροδοτήματος: "Νανούρισμα" (Βαλαωρίτης), "Οι σύντροφοι" (Χριστόπουλος), "Το ορφανό" (Αχ. Παράσχος), "Το φίλημα" (Ζαλοκώστας), "Ο ψαλμός" (Ραγκαβής), "Επιθυμία" (Καρασούτσας), "Ο ψωμοζήτης" (Αλ. Σούτσος) και "Πολεμικόν" (Σπ. Τρικούπης). Την πληθωρική δημιουργία του ολοκληρώνουν 3 ακόμη όπερες: "Μαρία Αντουανέττα" (4πρακτη σε κείμενο του κόμη Γεωργίου Ρώμα, 1873-74, ανέβηκε στη Ζάκυνθο το 1884), "Δέσπω, η ηρωίς του Σουλίου", (μονόπρακτη σε κείμενο Αντ. Μανούσου, 1875, "πρώτη": Πάτρα, 25.12.1882) και το "Μαραθών-Σαλαμίς" (4πρακτη σε ιταλικό κείμενο Μέμνονα Μαρτζώκη με ελληνική μετάφραση Καψοκέφαλου, 1886, διασώζεται άπαιχτη!). Αναφέρονται ακόμη 3 άλλοι τίτλοι λυρικών έργων (χωρίς άλλες πληροφορίες): "Ο κόντε Σπουργίτης" ή "Λιποθυμίαις και νευρικά" (κωμικό μονόπρακτο σε 2 μέρ, 1888; Ανεκτέλεστο. Κείμενο Ιω. Τσακασιάνου, από το οποίο σώζεται το ντουέτο Τόνη-Μαρίνας στο περιοδικό "Άστυ", αρ.169, 18.12.1888), "Λάμπρος" και "Ντον Πίνια". Επίσης, απόσπασμα από το σαιξπηρικό "Ρωμαίος και Ιουλιέττα" (σε μεταφραση στη δημοτική Π. Βεργωτή` Β' βραβείο μουσικού Διαγωνισμού Φιλαρμονικής Κέρκυρας, 1885) καθώς και 4φωνη "Λειτουργία", που εκτελέστηκε από τον ίδιο ενώπιον του Αρχιεπισκόπου Ζακύνθου Διονυσίου Λάτα. Άλλα δημοφιλή του τραγούδια: "Διατί, γλυκό φεγγάρι", "Μόλις έφεγγε τ' αστέρι", «Τα τραγούδια μου τά 'λεγες όλα», «Την είδα την ξανθούλα», «Το ρόδον της αγάπης», κ.λπ. Το 1985 με τη δυωδία του "Ιουλία και Ρωμαίος" πήρε τον Β' Έπαινο στον Μουσικό Διαγωνισμό της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας. Επίσης συγκέντρωσε πλήθος αναξιοποίητων εκκλ. και λαϊκών μουσικών στοιχείων, που όπως φημολογείται απετέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία πολλών έργων του. Μεγάλο μέρος της δημιουργίας του χάθηκε στους σεισμούς των Ιονίων (1953), όπως άλλωστε καταστράφηκε και η προτομή του (που βρισκόταν από τις 26.10.1952 έξω από το Δημοτικό Θέατρο της Επτανήσου). Ό,τι διασώθηκε οφείλεται στην αυτοθυσία και τη μέριμνα του Ν.Α.Βαρβιάτη (από τον οποίο και προέρχονται τα περισσότερα στοιχεία για τη ζωή και το έργο του μουσουργού), από δε τα έργα του η ΚΟΑ έχει παρουσιάσει με μαέστρο τον Β. Φιδετζή: «Μαρία Αντουανέττα» Εισαγωγή και «Ισαβέλλα ντ' Ασπένιο» Πρελούδιο (27.1.1996. Α΄ εκτέλεση για την ΚΟΑ), «Η Κυρ-Φροσύνη» Εισαγωγή (5.7.1996. Α΄ εκτέλεση για την ΚΟΑ). Στη βιβλιοθήκη της ΕΛΣ διασώζονται 5 όπερες του Καρρέρ ("Ισαβέλλα ντ' Ασπενιο", "Μαραθών-Σαλαμίς» («αναβίωσε» το 2003 υπό τη διεύθυνση του Β. Φιδετζή), "Μάρκος Μπότσαρης", "Μαρία Αντουανέττα", "Δέσπω"). "Δεν αποκλείεται όμως", γράφει ο Γ. Λεωτσάκος, "ανεύρεση έργων του (ολόκληρων ή αποσπασμάτων) ή ανεύρεση άλλων έργων (για πιάνο, τραγούδια, κ.λπ.) τυπωμένων ή ανέκδοτων αν όχι στις δημόσιες τουλάχιστον στις πολυάριθμες ιδιωτικές επτανησιακές βιβλιοθήκες. Έργα του θα πρέπει αν αναζητηθούν ακόμη και στην Ιταλία, ίσως και τη Γαλλία ή και τη Γερμανία, όπου (κατά Μοτσενίγο), οι συνθέσεις του για μπάντα και "οι περίφημοι 300" χοροί του ήταν δημοφιλέστατοι. Καταλογράφηση του έργου του δεν επιχειρήθηκε ώς τώρα, ούτε καν κατάλογος των (εύκολα προσιτών) σωζόμενων και των τίτλων που ξέρομε από φιλολογικές μαρτυρίες, για διευκόλυνση της παραπέρα έρευνας. Και μόνο η τεράστια δημοτικότητα του Γερο-Δήμου (ακόμη σήμερα ο πολύς κόσμος το θεωρεί δημοτικό τραγούδι!) αρκεί για να υπαινιχθεί τη σημασία του έργου του Καρρέρ ως πηγής αισθητικής διαπαιδαγώγησης και ανασύνδεσης του ελληνικού κοινού από τη ρίζα της λόγιας μουσικής μας". (Βιβλιογραφία: Σπ. Μοτσενίγος "Νεοελληνική Μουσική", Ν.Ι.Λάσκαρης "Ιστορία του Νεοελληνικού θεάτρου", Π. Καρρέρ: "Απομνημονεύματα", Γ. Σκλάβος: "Π. Καρρέρ" στη Μεγάλη Ελλ. Εγκυκλοπαίδεια του "Πυρσού", Νικόλαος Α. Βαρβιάνης: "Παύλος Καρρέρης ο Ζακύνθιος μουσουργός", Γ. Λεωτσάκος "Π. Καρρέρ" στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό" της Εκδοτικής Αθηνών. Γ. Λεωτσάκος "Π. Καρρέρ" στην Εγκυκλοπαίδεια "Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα", Αλέκα Συμεωνίδου "Λεξικό Ελλήνων Συνθετών", κ.λπ.).

Πηγές