Κόκκινος Νικόλαος

Από Musipedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

(Αθήνα 1861 - Κων/πολις 1920). Διακεκριμένος συνθέτης λαϊκών χορωδιακών τραγουδιών (καντάδες), από τους μεγαλύτερους Έλληνες τραγουδοποιούς όλων των Εποχών. Γνήσιος τροβαδούρος, σχεδόν αυτοδίδακτος, εξαίρετικος κιθαρίστας, προσέγγισε όλα τα είδη του λαϊκού τραγουδιού, με ευκολία, επιδεξιότητα και ποικιλία, δημιουργώντας παράλληλα ιδιαίτερο είδος αθηναϊκής καντσονέτας, άλλοτε εύθυμης και άλλοτε αισθηματικής. Η μούσα του απέδωσε τη ζωή των βουνών, τους ποιμενικούς σκοπούς, την ζωή της ταβέρνας, τον έρωτα του λαού, τη νεότητα, τη χαρά και την παλληκαριά. Λένε ότι δεν ήθελε να πάει σχολείο ούτε να μάθει τέχνη. Άκουγε κάθε μεσημέρι την Μπάντα των Ανακτόρων και μαγευόταν. Γράφτηκε στο Ωδείο Αθηνών για να μάθει βιολί` μετά θέλησε να μάθει τρομπέτα. Φυσικά, δεν έμαθε άλλο όργανο εκτός από κιθάρα (που τη "σκάλιζε" μόνος του). Παρ' όλα αυτά κατόρθωσε να προσληφθεί ως τρομπετίστας στη Μπάντα που συνόδευε τον Γεώργιο τον Α' στα ταξίδια του με την "Αμφιτρίτη". Έπαιξε επίσης σποραδικά 2ο βιολί σε ορχήστρες των θερινών θεάτρων (τελικά το βιολί του έμεινε ως κειμήλιο στα χέρια του εκδότη Μιχ. Κωνσταντινίδη). Ο Κόκκινος δεν έκανε ποτέ θεωρητικές μουσικές σπουδές. Όλες οι ελλείψεις του αναπληρώνονταν από τη μαγική λέξη "ταλέντο" (ένα ταλέντο που το γνώρισαν καλά 2 συνοικίες της Αθήνας, όπου έμεινε τα περισσότερα χρόνια του: η Πλάκα (που εκεί γεννήθηκε) και η οδός Νικίου, στου Καλαμιώτη). Ήταν (παρέα με τον Ν. Χατζηαποστόλου) ένα πραγματικό τζιτζίκι: τραγούδι και μόνο τραγούδι` η ιδανική ζωή του "μποέμ". Όμως με τέτοιο τρόπο διαβίωσης, βρισκόταν διαρκώς σε μεγάλη οικονομική στενότητα. Συνέθεσε περίσσοτερα από 300 τραγούδια. Απ’ αυτά ελάχιστα είναι διασκευές ή μεταγραφές` σχεδόν όλα τους είναι πρωτότυπα και όλα τους δίκαια έγιναν "κτήμα" του ελληνικού λαού. Κανένα δε μοιάζει με άλλο. Η πρώτη του σύνθεση, η "Ξανθούλα", χρονολογείται ίσως από το 1895. Όμως η δημιουργικότερη περίοδός του ήταν μεταξύ των ετών 1900-1910. Το αρχείο Φέξη, μας πληροφορεί για πολλά, ιδίως για τις αμοιβές των τότε συνθετών και για την πνευματική τους ιδιοκτησία. Ως γνωστόν, ο Φέξης ήταν ο μόνος που τολμούσε να εκδίδει μουσικά κομμάτια και από τα συμφωνητικά του προκύπτει ότι τα δημοφιλή τραγούδια του Κόκκινου: "Απογοήτευσις" (1901), "Γιατί" (1901), "Το Δζιδζικάκη" (!) (έτσι είναι γραμμένο το γνωστό "Τζιτζικάκι"), "Γλυκοχαράζει", "Νανούρισμα", "Με μια ματιά", "Τι έχεις καρδιά μου" (1902), το έξοχο "Ο κόσμος με κατηγορεί" («Μη λες πως σε λησμόνησα», 1904), κ.λπ., εκχωρήθηκαν αντί 20 αντιτύπων που πήρε ο συνθέτης μετά την έκδοσή τους ως μόνη του αμοιβή (!). Το επίσης έξοχο "Τσομπανόπουλο" παραχωρήθηκε τον Ιούλιο του 1902 επίσης αντί 20 αντιτύπων` και πάλι καλά, γιατί το πασίγνωστο "Αν μ' αγαπούσες" παραχωρήθηκε χωρίς καμιά αμοιβή (!!). Μόλις τον Μάιο του 1904, όταν παραχώρησε την "Τράτα", πήρε μαζί με τα 20 αντίτυπα και 2 δραχμές! Το "Σεβάσου την αγάπη μου", πληρώθηκε με 10 αντίτυπα και 5 δραχμές! Το "Όταν μου λες πως μ' αγαπάς", με 25 αντίτυπα και 7 δραχμές. Με την τιμή αυτή εκχώρησε πολλά τραγούδια καθώς και τις 10 συνθέσεις του για την Επιθεώρηση ο «Κινηματογράφος του 1908». Τέλος, το 1911 πληρώνεται με τη ...μυθική τιμή των 25 δραχμών για κάθε του σύνθεση και δεσμεύεται με αποκλειστικότητα από το Γ. Φέξη. Έχει όμως παραχωρήσει άλλα 8 έργα του, για 16 δραχμές συνολικά και άλλα 3, για 9 δραχμές. Αν υπολογίσουμε ολόκληρη τη μουσική παραγωγή του σε 300 συνθέσεις και 10 δραχμές μέσο όρο αμοιβής για την κάθε μια τους, ο Κόκκινος εισέσπραξε όλη του τη ζωή 3.000 δραχμές... Αν όμως κάποιος τολμούσε τότε να του συστήσει να αλλάξει επάγγελμα (αφού αυταποδείκτως δεν μπορούσε να ζήσει από τις συνθέσεις του) θα γινόταν εχθρός του... Έτσι για να μπορεί να ζει, έδινε μαθήματα μουσικής (επί ένα διάστημα ήταν μαθήτριά του και η `Αρτεμις Κυπαρίσση, όταν ήταν κοριτσάκι). Εκτός από τα μαθήματα, είχε και τη χορωδία του, "τα παιδιά του", με την οποία επισκεπτόταν την Κρήτη, την Πόλη, και την Αίγυπτο (όπου η επιτυχία ήταν πάντα εγγυημένη). Πραγματικό όμως θρίαμβο σημείωσε η χορωδία στη Διεθνή Έκθεση του Μάντσεστερ το 1911. Η χορωδία του (στην πραγματικότητα "Μουσικό Συγκρότημα"-Μαντολινάτα) ήταν γνωστή με την επωνυμία "τα Πολιτάκια", γιατί στη Κων/πολη συνηθιζόταν τότε να τραγουδούν στα Κέντρα τα χορωδιακά τραγούδια με συνοδεία Μαντολινάτας, κάτι που έκανε και ο Κόκκινος. Αξιομνημόνευτη επίσης δραστηριότητα είχε και στη "Φιλικήν Μουσικήν Ένωσιν" (με πρόεδρο το γιατρό Αθανασιάδη). Σ' αυτή την "Ένωση" εκπαιδεύτηκαν πολλοί τραγουδιστές, αρκετοί από τους οποίους πήραν μέρος στο μελόδραμα. Στους μαθητές του και οι Πέτρος Επιτροπάκης, Τάκης Μαρίνος, κ.ά. Επίσης, ο Παναγιώτης Γλυκοφρύδης (από 8 ετών!). Το 1914 μετακλήθηκε στο Ηράκλειο και ανέλαβε για ένα διάστημα τον εκεί «Απόλλωνα», διαδεχόμενος του Γ.Ι. Χατζιδάκι. Στο τέλος του 1919 ο Κόκκινος ήταν οικονομικά και ηθικά αποκαμωμένος. Στον μουσικό ορίζοντα είχε επικρατήσει η Ελληνική Οπερέτα που τότε κατακτούσε τους πάντες (αν και ο ίδιος έγραψε οπερέτες, όπως την "Ερωτευμένος Περιβολάρης", κ.λπ.). Η χορωδία του επίσης δεν είχε πια την παλιά της αίγλη. Τότε του ζήτησαν να επισκεφθεί την Πόλη με όρους εξαιρετικά ευνοϊκούς. Εκείνοι που τον γνώριζαν προσωπικά διηγούνται ότι, ενώ ήθελε πολύ να φύγει από την Αθήνα, δεν ήθελε να πάει στην Πόλη γιατί προαισθανόταν πως θα του συμβεί κακό. Πράγματι, στις 6 Ιανουαρίου 1920 πέθανε στην Κων/πολη από καρδιακή προσβολή. Παραθέτουμε ορισμένα δημοφιλή τραγούδια του, που δεν αναφέρθηκαν προηγουμένως: "Η Πεταλούδα", "Γιατί οπόταν σε κοιτώ", "Έλα πάμε εις τα ξένα" (βραβευμένο στον ετήσιο Διαγωνισμό του Φέξη--1905), "Αποκρηάτικο" (Αποκρηά»), "Άχ αϊτέ", "Έμμορφη (sic) κόρη του ψαρά", "Η Λουλούκα", «Η νεότης», «Η παραμάνα», «Έν βλέμμα», "Η πεισματάρα", "Τα τραγούδια μου", "Ενθύμησις", "Θυμούμαι πάντα τη βραδιά", "Στην Ξανθή μου", "Χωριατοπούλα", "Κοιμήσου, αγάπη μου γλυκειά", "Καρνάβαλος" («Αποχωρισμός του καρναβάλου»), "Λεβεντιά", «Προδοσία», "Το όνειρό μου είσαι συ", "Η Άνοιξις", "Δυο γλυκά ματάκια", "Αχ! πώς περνούσαμε χαριτωμένα", «Η πρωτοχρονιά», "Όλα τ' Απρίλη τα λουλούδια", "Κλαις μα δεν το μαρτυράς τί έχεις", "Πόσο γλυκά σ' αγάπησα", "Αχ! μα πώς! Αχ μ’ αυτά τα ωραία σου μάτια!", «Η Μοδιστρούλα», "Με το χαμόγελό σου" ("Γιατί να σε γνωρίσω"), "Στα δάση", "Περασμένη αγάπη", «Στα ματάκια της», «Κοιμήσου κάτω στο γιαλό», «Κοιμήσου» (νυχτωδία), «Αγάπα με», «Μια βραδιά», «Έφυγε», «Το παράπονο», «Το τραγούδι της αγάπης», «Στη μαγευμένη», «Το γιασεμί», «Μαριγούλα πόλκα», «Νυχτερινό τραγούδι», Ο μπεκρής», «Μη δυστυχείς αγάπη μου», «Η άκαρδη», «Τα κουδουνάκια», «Όταν αγάπη μου γελάς», «Ο χωρισμός», «Τα πεισματάρικα», «Πού είναι η πρώτη μας τρελή αγάπη;», «Ποια είν’ εκείνη που κατεβαίνει», «Στο φεγγάρι», «Απονιά», «Σ’ εσένα», «Στεναγμός», «Σαν βροντάει το τουφέκι», «Ο πόθος μου», «Πες μου», «Παράκλησις», «Πε μου να κλαίω», «Μη δυσπιστείς», «Μάιος», «Μαύρη ζωή», «Μη με μαλώνεις», «Με της αυγής την ευωδιά», «Πολλά πουλιά δεν ήρθανε», «Η βοσκοπούλα», «Άσμα της νύφης», «Άσμα λαϊκόν», «Ας ηδυνάμην», «Η χωριανή», «Η φασουλιώτισσα», «Η ΚΕ΄ Μαρτίου», «Το τραγούδι του Ρήγα Φερραίου», «Τρελλή νεότης», «Ψαροπούλα», «Τα ευζωνάκια μας», «Ύμνος Μακεδονικός», «Χορός του θέρους», «Ελληνικός τετράχορος», «Η μαυρομμάτα», «Για σένα», «Λάμπει φως μου», «Αύρα», «Πολλές φορές με κοίταξε», «Αγρυπνιά», «Έλα πουλί μου», «Η Πρωτοχρονιά 1905», «Άκου έν όνειρον ψυχή μου», «Κοιμήσου κάτω στο γιαλό», «Μια μυστικιά ελπίδα» (Μπουρνοβαλιά), «Γαρυφαλλιά», «Από ξένο τόπο», «Σ’ ενθυμούμαι», «Ποιμενικά τραγούδια», «Φύγε», «Στην άστατη μελαχροινί μου», «Σ’ αγαπώ», «Για βγάλτε πέντε λυγερές», «Με χάρι και με ευθυμία», «Γελαστή, χαρωπή», «Μεσ’ στο λαγγάδι το βαθύ», «Άσμα της νύφης», «Έλα εδώ», «Πρόποσις», «Δειλά-δειλά», «Η βάρκα μας καρτερεί», «Η Τσιγγάνα» (μεταγραφή), κ.λπ.

Πηγές