Λαυράγκας Διονύσιος
Από Musipedia
(Αργοστόλι 1860 - Ραζάτα Κεφαλονιάς 1941): Διαπρεπής συνθέτης και δ/ντής ορχήστρας. Από τους ιδρυτές (ο ιδρυτής!) της "Εθνικής Μουσικής Σχολής" και του "Γ' Ελληνικού Μελοδράματος". Ο "Θέσπις" της Νεότερης Ελλάδος!... Εκείνος που εξυπακουόταν, όταν ό λαός επί μισό αιώνα έλεγε "ο Μαέστρος" (από τις παρλάτες των καφέ-σαντάν ώς τα νούμερα των επιθεωρήσεων κι από τους "ανά την επικράτεια καφενέδες" ώς τις οικογενειακές βεγγέρες και τις φεγγαρόλουστες εκστρατείες των κανταδόρων...). Στο πρόσωπό του χαιρετίζουμε τον γνωστότερο πρωτεργάτη της Ελληνικής μελοδραματικής τέχνης. Στο πρόσωπό του αναγνωρίζουμε τον μουσουργό που πρώτος αντίκρυσε τον πακτωλό της δημοτικής παράδοσης και άντλησε από τους αδαπάνητους θησαυρούς του. Τέλος, στο πρόσωπό του θαυμάζουμε τον ακάματο μουσικό σπορέα, που ποτέ του δεν ασχολήθηκε με θρήνους και ενδοσκοπήσεις (όταν ποικιλόμορφα αγρίμια του ξερρίζωναν τις «καλλιέργειες»), αλλά κατεργαζόταν απτόητος αμειψισπορές...Οι γονείς του, από αριστοκρατικές οικογένειες της Κεφαλλονιάς, τον εκπαίδευσαν από νωρίς και, βλέποντας την κλίση του προς τη μουσική, τον παρέδωσαν για να μάθει βιολί, πρώτα σ' έναν ντόπιο ερασιτέχνη και μετά στον Iταλό Ναζάρο Σερ(ρ)άο, εξάρχοντα της `Oπερας. Γρήγορα έφτασε σε σημείο να παίζει στην ορχήστρα της Όπερας, δίπλα στο δάσκαλό του. Αρμονία άρχισε με έναν νεαρό περαστικό Ιταλό μαέστρο, τον Γεδεώνα Ολιβιέρι και συνέχισε με τον ντόπιο μαέστρο Ν. Mεταξά-Τζανή. Έπιασε για πρώτη φορά μπαγκέτα σε ηλικία 15 χρονών, σε μια δοκιμή, ενώ ήδη είχε αρχίσει να συνθέτει διάφορα μικρά κομμάτια. Ένα χρόνο αφού τέλειωσε το γυμνάσιο, έφυγε για τη Νεάπολη (1882). Ώσπου να γραφτεί στο Ωδείο, έκανε πιάνο με τον Αύγουστο Ρος και θεωρητικά με τον Μάριο Σκαράνο. Στο Ωδείο έκανε σύνθεση με τον Λάουρο Ρόσσι. Στη Νεάπολη έμεινε 3 χρόνια και συνδέθηκε φιλικά με τον Ν. Λαμπελέτ. Κατόπιν πήγε στο Παρίσι και γράφτηκε στο Ωδείο, πρώτα στην τάξη του Λεό Ντελίμπ (όπου είχε συμμαθητή τον [[Σαμάρας_Φιλίσκος_Σπυρίδων|Σαμάρα]]) και μετά στην τάξη του Μασσνέ. Παράλληλα έκανε πιάνο με τον Αντιόμ και αρμονία με τον Ντυμπουά. Στο μεταξύ, η μονωδία του "Qui aime, croit" ("Όποιος αγαπάει, πιστεύει") πήρε τον 1ο Έπαινο στον Μουσικό Διαγωνισμό που προκήρυξε το 1885 η Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας. Στο Παρίσι έμεινε περίπου 4 χρόνια και παρακολούθησε συστηματικά τη συναυλιακή κίνηση. Στο μεταξύ διηύθυνε σποραδικά στην Κεφαλλονιά (Δεκέμβριος 1887, Φεβρουάριος και Απρίλιος 1899). Πάντως το επίσημο "βάπτισμα" ως μαέστρος το πήρε στη Σανς (κοντά στο Παρίσι) διευθύνοντας "Τροβατόρε". Συνέχισε να διευθύνει σε μικρές και μεσαίες γαλλικές πόλεις (Ζωανύ, Ωσέρ, Μπωβαί, Ντουαί, Τρουά, κ.ο.κ.). Όμως μια σοβαρή αρρώστεια του πατέρα του τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Κεφαλλονιά. Κατόπιν έφυγε για τη Μάλτα, όπου διηύθυνε σειρά παραστάσεων. Παθαίνει όμως μελιταίο πυρετό και σπεύδει στη Νεάπολή. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα υπηρετεί στο στρατο (Μεσολόγγι) και μένει έναν χειμώνα στο Αργοστόλι διευθύνοντας ιταλική όπερα. Στον Διαγωνισμό που γίνεται στην Αθήνα για την Έκθεση της 4ης Ολυμπιάδας, βραβεύεται μια Σουίτα του για έγχ. και στον Διαγωνισμό μεταξύ Ωδικών Ομίλων παίρνει το Α' βραβείο με Χορωδία που είχε καταρτίσει και μεταφέρει από την Κεφαλλονιά (βλ. "Ωδικός Όμιλος Κεφαλληνίας"). Η εμφάνιση της Κεφαλληνιακής Χορωδίας (αναφέρει στα "Απομνημονεύματά" του) έδωσε την πρώτη ώθηση "διὰ τὴν δημιουργίαν λαϊκῶν χορωδιῶν εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ μπορῶ νὰ πῶ ὅτι ἡμεῖς ὑπήρξαμεν οἱ πρωτοπόροι μιᾶς μουσικῆς κινήσεως, ποὺ ἄρχισε μαζὶ μας καὶ ἔφθασε σὲ ἀξιοζήλευτον σημεῖον ἐξελίξεως μέχρι σήμερα". Έπειτα ξανάφυγε για την Ιταλία και διηύθυνε παραστάσεις στο Τορίνο, την Αλεσσάντρια, τη Ζάρα και στο Θέατρο "Φενίτσε" της Βενετίας. Τον Αύγουστο του 1894 εγκαθίσταται στην Αθήνα και αναλαμβάνει τη διεύθυνση της "Φιλαρμονικής Εταιρείας". Ανασυγκροτεί τη χορωδία και την ορχήστρα της και δίνει συναυλία. Διορίζεται σε λίγο καθηγητής στο Αρσάκειο και δ/ντής της χορωδίας του Πειραϊκού Συνδέσμου. Το 1895 ανεβάζει με εξαιρετική επιτυχία την "Έρημο" του Φ. Νταβίντ για σολίστες, χορωδία και ορχ. Γράφει το "[[Πένταθλον|[[Πένταθλον|Πένταθλον]]]]" για τους Ολυμπιακούς του 1896 και ιδρύει με τον Γ. Φέξη το Μουσικό Τμήμα του Οίκου "Φέξη" (που αργότερα, εξελίχθηκε σε αυτοτελές κατάστημα υπό τον εκδότη Μιχ. Κωνσταντινίδη). Το 1899 σηματοδοτεί τη μεγάλη καμπή στην καλλιτεχνική του σταδιοδρομία, γιατί τότε γνωρίζεται με τους "σκαπανείς" του "Γ' Ελλ. Μελοδράματος". Από 'δω και πέρα, επί 40 χρόνια, εργάζεται σκληρά, αγωνίζεται και υποφέρει, ιδρύει Εταιρείες και Σωματεία, καταρτίζει θιάσους, συνθέτει, μεταφράζει, συγγράφει, διδάσκει έργα και "μανατζάρει" νέους καλλιτέχνες, διευθύνει δοκιμές επί δοκιμών και παραστάσεις επί παραστάσεων` γίνεται με μια λέξη η "προσωποποίηση της Όπερας" στον τόπο μας... Επίσης, δίδαξε θεωρητικά (αρμονία) στο Ωδείο Αθηνών (1900-1905, οπότε εξαναγκάστηκε σε παραίτηση) και αργότερα, στο Ελληνικό (1919-24) και στο Εθνικό Ωδείο (1926-1934). Στους μαθητές του και οι (αλφαβητικά): Κλαύδιος Ζήρας,Λεωνίδας Ζώρας,Δημήτριος Λεβίδης,Γεώργιος Καζάσογλου, Κων/νος Καλλίνικος,Νικόλαος Λάβδας,Ανδρέας Νεζερίτης,Γιώργος Ε. Ραυτόπουλος,Σπύρος Σκιαδαρέσης,Παναγιώτης Φακιολάς, κ.ά. Εξέδωσε: "Εγχειρίδιον Αρμονίας" (1903), "Θεωρία της Μουσικής" (10 εκδόσεις, πρώτη 1905), "Στοιχεία θεωρητικής και πρακτικής αναγνώσεως και διαιρέσεως της μουσικής" (1912) "Εναρμονισμένα Δημοτικά Τραγούδια" (1934), "Εγκόλπιον Μουσικής Τέχνης" (1937) και "Απομνημονεύματα" (1940). Διετέλεσε συνεργάτης της "Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας" και μουσικοκριτικός των εφημερίδων "Ελεύθερον Βήμα" και "Έθνος", ενώ τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων-Τεχνών και με τον Χρυσό Σταυρό Γεωργίου Α' (Μάρτιος 1919). Παράλληλα, έζησε κι εργάστηκε μ' όλη τη δύναμη του μυαλού και τη θέρμη της καρδιάς του για την ιδέα της ίδρυσης ενός Εθνικού Μελοδράματος. Σ' αυτή την ιδέα πρόσφερε το μεγαλύτερο μέρος του εαυτού του και σ' αυτή την ιδέα είναι προσηλωμένα τα τελευταία λόγια των "Απομνημονευμάτων" του: "Τόσων ἐτῶν κόποι, ἀγῶνες, θυσίες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πᾶνε στὰ χαμένα καὶ ἀργὰ ἤ γρήγορα θὰ λάβῃ σάρκα καὶ ὀστὰ τὸ ὄνειρο ποὺ 45 ὁλόκληρα χρόνια μ' ἐβαυκάλιζε ἀνελλιπῶς καὶ ὀ διακαὴς μου πόθος ποὺ ἐκράτησα ἄσβεστον μέσα στὴν ψυχὴ μου ". Κι ο Μεγαλοδύναμος δεν τον άφησε να φύγει από τον Κόσμο χωρίς να δει το όνειρό του υλοποιημένο` χωρίς να δει την ίδρυση της "Λυρικής Σκηνής" του τότε Βασιλικού Θεάτρου, αδιάφορο αν το γνωστό και μη εξαιρετέο Ελληνικό Κράτος τον αγνόησε και δεν του πρόσφερε ούτε καν μια τιμητική θέση στο πρώτο της Συμβούλιο... (ίσως γιατί το 1931 μόνο αυτός από όλους τους επώνυμους μουσικούς είχε το σθένος να υπογράψει την αίτηση ώστε να χαριστεί η ζωή στους 2 κομμουνιστές φαντάρους, που αρνήθηκαν στο Καλπάκι να εκτελέσουν διαταγή ανωτέρου τους και να ποτίσουν ένα τηλεγραφόξυλο για ν’ ανθήσει...). Όμως όλοι γνώριζαν, γνωρίζουν και πρέπει να γνωρίζουν ότι ο κότινος της προαναφερμένης λυρικής νίκης πρωταρχικά ανήκει σ' αυτόν... Ως συνθέτης υπήρξε πολυγραφότατος. Όμως τα περισσότερα έργα του χάθηκαν, όταν το πατρικό του σπίτι στο Αργοστόλι καταστράφηκε από πυρκαγιά στους σεισμούς του 1953. Το μεγαλύτερο μέρος των σωζόμενων έργων του κατέχει η κόρη του Διδώ Λαυράγκα-Κρητικού. Στις ποικίλες συνθέσεις του ανήκουν: α) τραγούδια (μονωδίες, κλασικά, καντάδες): "Εις κρύον ζοφερόν λειμώνα" (1983, την πρώτη αυτή μουσική δημιουργία του Λαυράγκα σε στίχους Α. Παράσχου την τραγούδησε ο ξακουστός τενόρος Ιωάννης Κρητικός σε μια συναυλία που δόθηκε στο Παρίσι προς τιμήν του ποιητή από τους εκεί Έλληνες: "Νέα Εστία", τεύχος 350, 1.8.1941), "Αγράμπελη", "Ξύπνα", "Δυο μπουμπούκια", "Ο τραγουδιστής", "Όλα τ' Απρίλη τα λουλούδια", "Τ' αγιόκλημα", "Της πίκρας το νερό", "Ο ναύτης του Ιουνίου", "Καράβι ανοίγει τα πανιά", "Κρητικός Ύμνος", "Στης εκκλησιάς τα σκαλοπάτια", "Τώρα βγαίνει το φεγγάρι", "Θύμησι", "Σαν κάτι τι", "Παράπονο", "Λαλούν τ' αηδόνια και πλαντάζω", "Βακχικό", "Στην ακροθαλασσιά", "Η ψαρόβαρκα", "Εξωτικά", "Φθινόπωρον" "Σε ποθώ", "Διπλή αγάπη", "Στον ήλιο αν περπατήσεις", "Σούρουπο", "Serenade", "Η λύρα μου", "Έλα να γείρεις", "Παραμύθι", "Ψαροπούλα", "Με νάζια κατεβαίνεις", "Βαρκαρόλα Σερενάτα", "Τα μαγεμμένα φιλιά", "Το τραγούδι της Σμύρνης", "Η τριανταφυλλιά", "Αραβική Σερενάτα", "3 ελλ. τραγούδια", "14 ελλ. τραγούδια", "Οι δυο καρδιές", "4 τραγούδια σε ποίηση Η. Τσιτσέλη", "Τροβαδούρος", "Τα μάτια σου", "Ελεγείον", "Με τ΄όνομά σου σε φωνάζω", κ.λπ. β) συμφωνικά έργα: "Λυρικά ιντερμέδια" (για έγχ. 1885-87;), "Ρεμβασμός", "Βαρκαρόλα", "Ouverture orientale", "Νανούρισμα" (1911), "Συμφωνικό Πρελούντιο" (1905. Αναβίωσε το 1972 από την Ορχ. "Παναρμόνια" υπό τη διεύθυνση του γράφοντος και του Άκη Καβαλλιεράτου), "Τονισμός", "Σουΐτα από κυπρέικους χορούς", "Jota Navarra", "Romanesca" "2 Ελληνικές Σουίτες" (βλ. "Πρώτη Ελλ. Σουίτα", "Δεύτερη Ελλ. Σουίτα"), "Ελληνική Σερενάτα", "Εισαγωγή και φούγκα σε 2 ελληνικά θέματα" για μεγάλη ορχήστρα (Α' εκτέλεση στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών, 15.12.1918, σε συναυλία του ΠΜΣ υπό τη διεύθυνση του συνθέτη: "Νουμάς" 22/12/1918), "Impressions Religieuses" ("Θρησκευτικές Εντυπώσεις", 1920), "Καπρίτσιο σε δύο ελληνικά θέματα" για βιολί και ορχήστρα (1921). γ) 12 όπερες: "Έλντα ντι Βορν" (σε λιμπρέτο Γκουίντι, 1886;), "Η ζωή είναι ένα όνειρο" (4πρακτη, σε λιμπρέτο Εnrico Golisciani, κατά το έργο του Calderon, γύρω στο 1890), "Γαλάτεια" (5πρακτη, σε λιμπρέτο Guidi, κατά Σπ. Βασιλειάδη, 1887), "Αΐντα" (παρωδία του Ν. Λάσκαρη), "Τα Δύο αδέλφια" (1900), "Μάγισσα" (μονόπρακτη, διασκευή από την 4η πράξη του " Η ζωή είναι ένα όνειρο", σε λιμπρέτο του συνθέτη, 1901), "Ο Λυτρωτής" (3πρακτη, κατά Ζαχ. Παπαντωνίου, 1900-3), "Διδώ", "Μαύρη Πεταλούδα" (μονόπρακτη, σε λιμπρέτο Στ. Σπεράντσα, 1923), "Ένα παραμύθι" (3πρακτη, σε λιμπρέτο Δ. Μπόγρη, 1930), "[[Φακανάπας|Φακανάπας]]" (2πρακτη κωμική σε λιμπρέτο Λαυράγκα, κατά Σκριμπ, 1935) και η "Φρόσω" (3πρακτη σε λιμπρέτο Λαυράγκα, 1938). δ) 7 οπερέτες: "Λήδα" (σε λιμπρέτο Π. Δημητρακόπουλου. Παίχτηκε το 1909), "Η Άσπρη Τρίχα" (1917), "Sporting club" ("Αθλητικός Όμιλος", 3πρακτη σε λιμπρέτο Λαυράγκα-Σ. Βεκιαρέλλη, 1917), "Διπλή φωτιά" (3πρακτη σε λιμπρέτο Π. Δημητρακόπουλου, 1918), "Σατωρέ" (3πρακτη με τη λέξη "έρωτας" ανεστραμμένη, 1927), "Ίκαρος" (περί το 1929), "Τραγουδιστής του καζίνο" (σε λιμπρέτο Άγγ. Δόξα, 1934). ε) φωνητικά για χορωδία και ορχ.: "Ω παίδες Ελλήνων" (1889), "[[Πένταθλον|[[Πένταθλον|Πένταθλον]]]]", "Ύμνος της Ειρήνης" (για υψίφωνο και ορχ., σε ποίηση Παλαμά), "Ύμνος των προγόνων" (σε ποίηση Δροσίνη, 1924), Καθολική Λειτουργία "Missa Solemnis en Re" (για υψίφωνο, τενόρο, βαθύφωνο, εκκλ. όργανο, μικτή χορωδία και ορχ., 1931) και "Άσματα Θείας Λειτουργίας" (για 4φωνη a capella ανδρική χορωδία, 1913). στ) διάφορα: στα έργα του μουσικής δωματίου ανήκουν: "Νανούρισμα" για βιολί-πιάνο (1910-11), "Ελληνική σερενάτα" για βιολί και πιάνο (1937, από το ορχηστρικό έργο) και 3 αχρονολόγητα έργα για πιάνο: "Airs de ballet", "Νυχτερινό" και "Valse Brillante". Από τα χοροδράματά του σώζονται μόνον αποσπάσματα της "Περσεφόνης" (σε κείμενο Ζ. Παπαμιχαλόπουλου, 1936), ενώ έγραψε και άλλα 2 παρόμοια έργα σε κείμενα Άγγελου Δόξα: "Απόλλων και Δάφνη" 1920) και "Κάποια Νύχτα στη Σεβίλλη" (1933). Έγραψε και μουσική για 2 κινηματογραφικές ταινίες: για τη βωβή "Το δαχτυλίδι του Πιερότου" (φωνές και 14 όργανα, 1918) και για την πρώτη ελληνική "ομιλούσα": "Ο αγαπητικός της Βοσκοπούλας" (1932). Οι νέες γενιές ποτέ δεν πρέπει να λησμονήσουν τον Νιόνιο Λαυράγκα, τον θαρραλέο δημιουργό που επίσης συνέθεσε τον "Ύμνο της Δημοκρατίας" του Αλ. Παπαναστασίου και υπέγραψε άφοβα (παρά τα "τεκτονικά" του φρονήματα) κατά της μισαλλοδοξίας, την ακύρωση των θανατικών ποινών των "κόκκινων φαντάρων" του Καλπακίου (1930)` τον Νιόνιο Λαυράγκα, τον χαλκέντερο "Άτλαντα" του Ελληνικού Μελοδράματος με την πληθωρική "ελληνικότητα" (σε προτερήματα και ελαττώματα) που, εισπράττοντας την ενδημική αχαριστία, έσβησε ανεπίσημος, πικραμένος και σε οικονομική ανέχεια, γιατί δεν θέλησε ποτέ του να κολακεύσει κανέναν από τους ισχυρούς. Πέθανε αξιοπρεπής και θυμόσοφος, έχοντας, στα μεν αυτιά του τον ήχο των βιολιών της (ώς σήμερα ανεκτέλεστης...) "Φρόσως", στο δε στόμα του τη δηκτική δήλωση: "Εγεννήθην ως Άγγλος, έζησα ως Έλλην και τώρα πεθαίνω ως Ιταλός...". Κι αυτή η δήλωση συμπυκνώνει όχι μόνο τις Ξενοκρατίες της Επτανήσου, τις εμφύλιες κακοδαιμονίες και τη νύξη ότι "Έλλην" σημαίνει επώδυνη πνευματική θητεία, αλλά κυρίως: την οξύνοια, το χιούμορ, τη στωικότητα, το ταλέντο και τον πατριωτισμό του εθνοπρόβλητου βάρδου—ιδιότητες που τον συντρόφευσαν αδιαλείπτως στην πολυκύμαντη ζωή του.
Πηγές
- Τάκης Καλογερόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής μουσικής, εκδόσεις Γιαλλελή, 2001
