Λυκούδης Γεώργιος
Από Musipedia
(πραγματικό όνομα: Ευσταθίου. Πάτρα 1894 - Αθήνα 1955): διαπρεπής βιολιστής, παιδαγωγός και αρχιμουσικός, από τους σημαντικότερους Έλληνες μουσικούς. Η επίδοσή του στο τετράχορδο ήταν τόσο μεγάλη, ώστε παιδί ακόμα εμφανίστηκε ως σολίστ σε συμφωνική συναυλία της Αθήνας και αμέσως αναχώρησε σε καλλιτεχνική περιοδεία (Τουρκία, Ρουμανία, Ρωσία και Αίγυπτος). Το 1910 εγγράφεται στο Ωδείο Βρυξελλών (τάξη βιολιού του περίφημου Αλ. Μαρσώ) και αποφοιτά το 1915 με Α' βραβείο "ικανότητας" (capacite') και "δεξιοτεχνίας" (virtuositι) και "μέγιστη διάκριση". Μετά από σύντομη καριέρα σολίστ στην Ευρώπη, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και το 1916 διορίστηκε καθηγητής βιολιού και μουσικής δωματίου στο Ωδείο Αθηνών. Έπαιζε επίσης στο 2ο αναλόγιο των Α΄ βιολιών του Ωδείου Αθηνών. Ταυτόχρονα ίδρυσε ένα από τα πρώτα ελληνικά κουαρτέτα εγχόρδων, με τους Μιχ. Καζάζη ή Κ. Κούλα (2ο βιολί), Φ. Οικονομίδη (βιόλα) και Αχ. Παπαδημητρίου (τσέλο). Το 1918, όντας στρατευμένος, ήταν συναρχιμουσικός στη Στρατιωτική Συμφωνική Ορχήστρα που συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία του Μ. Καλομοίρη. Έπαιζε σε ρεσιτάλ και, κατά την επίσκεψη του Σαιν-Σάνς στην Αθήνα τον Μάιο του 1921 ερμήνευσε το 3ο Κοντσέρτο για βιολί του μεγάλου Γάλλου συνθέτη, εγκαινιάζοντας τις Εκδηλώσεις προς τιμήν του. Το 1922 αναχώρησε για το Βερολίνο (όπου παρέμεινε επί 2ετία). Το 1924 εγκαταστάθηκε στο Βέλγιο, όπου το 1927 κέρδισε τον σχετικό Διαγωνισμό και έγινε εξάρχων στην αρτισύστατη Φιλαρμονική των Βρυξελλών. Επίσης έπαιζε ως εξάρχων και στις Ορχήστρες: "Ντεζιρέ Ντεφώ" και του Ωδείου Βρυξελλών. Παράλληλα μαθήτευε στον παγκόσμιας φήμης βιολιστή και συνθέτη Ευγένιο Υζαΰ, τη "Σχολή" του οποίου "μεταφύτευσε" στην Ελλάδα. Την ίδια εποχή έκαμε τα πρώτα του βήματα ως βοηθός αρχιμουσικός στη Φιλαρμονική των Βρυξελλών. Το 1928 ίδρυσε το "Βελγικό κουαρτέτο" (με τον πιανίστα Μαρσέλ Μας, τον βιολίστα Σαρλ Φουαντάρ και τον τσελίστα Ζοζέφ Βετζέλς) και μαζί του περιόδευσε σε όλη την Ευρώπη (το 1930 επισκέφτηκε και την Αθήνα). Τον Δεκέμβριο του 1935 επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα, ως κορυφαίος βιολιστής της Ορχήστρας του Ωδείου Αθηνών, αναλαμβάνοντας παράλληλα τις τάξεις βιολιού και μουσικής δωματίου του Ωδείου. Mεταξύ των κατά καιρούς μαθητών του και οι: Τάτσης Αποστολίδης, Θεόδωρος Καβάδας, Έρση Καγκελάρη, Ντίνος Κωνσταντινίδης, Ιάκωβος Χαλιάσας, κ.ά.). Με τη σύζυγό του πιανίστα Αλίκη Λυκούδη εμφανίστηκε σε πολλές συναυλίες μουσικής δωματίου, στις οποίες έπαιξε σε Α' εκτέλεση και αρκετά έργα Ελλήνων συνθετών προσφέροντας μέγιστες υπηρεσίες στο "χειμαζόμενο" είδος της ελληνικής σονάτας για βιολί και πιάνο. Ως διευθυντής ορχήστρας, διετέλεσε αρχιμουσικός της ΚΟΑ (τόσο πριν όσο και μετά την κρατικοποίησή της) και της Συμφωνικής Ορχήστρας του ΕΙΡ (το 1938 διορίστηκε για ένα διάστημα και διευθυντής του Μουσικού Τμήματος). Διετέλεσε επίσης μουσικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου (από το 1936 ώς το θάνατο του το 1952 μάλιστα το ακολούθησε στην περιοδεία του στις ΗΠΑ) και μουσικός σύμβουλος της ΕΛΣ (1953-55). Ήταν επίσης μουσικοκριτικός στην εφημερίδα "Το Βήμα" (από το 1952 ώς το θάνατό του) και μέλος της ΕΕΜ. Στα μουσικολογικά γραπτά του ποτέ δεν καταχράστηκε το λειτούργημα της δημόσιας κριτικής και με σπανίζουσα υψηλοφροσύνη ποτέ δεν εξέφρασε τη μεγάλη του πίκρα για τη σκανδαλώδη αποπομπή του από την ΚΟΑ (το 1950, με απόφαση του "Ανωτάτου Συμβουλίου Μουσικής" και με πρόσχημα ότι δεν διέθετε δίπλωμα μαέστρου!...). Γιατί άραγε συνέβη αυτό; Πιστεύουμε ότι στο ερώτημα δίνει σαφή απάντηση το ακόλουθο απόσπασμα του Μίνου Δούνια που αναφέρεται στον Λυκούδη (8.6.1955): «Ἕνα βαθύτατα ἀνεπτυγμένο αἴσθημα δικαιοσύνης τοῦ ἔδιδε τὴν δύναμη νὰ ὑψώνη μὲ ἀξιοπρέπεια τὴν φωνὴν του στὰ διάφορα συμβούλια, ὅταν, κατὰ τὶς περιστάσεις, οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς συνέδρους ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν ἐμμέσου ἐξαναγκασμοῦ ἐσιωποῦσαν. Τὸν ἐγνώρισα ἀπὸ κοντὰ καὶ τὸν ἐθαύμασα σὲ τέτοιες στιγμές. Ὄχι, ἀλήθεια, ἡ δουλοπρέπεια δὲν ταίριαζε στὸν θαρραλέο αὐτὸν ἄνθρωπο. Ἡ εὐθύτης καὶ ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ χαρακτῆρος του, ποὺ ἐπιπόλαιοι ἐπικριταὶ ἐνόμιζαν ἀγέρωχη προπέτεια, τοῦ ἀπαγόρευαν οἱαδήποτε προσφυγὴ σὲ πλάγια μέσα ἤ στὴν βολικὴ καὶ ἄνανδρη τεχνικὴ τῶν υποκριτικῶν ὑπεκφυγῶν". Τιμήθηκε με το βελγικό παράσημο του "Τάγματος του Στέμματος". Δυστυχώς η Ελλάδα δεν τον τίμησε στο βαθμό που του άξιζε, παρότι υπήρξε ένα από το πολυτιμότερα κοσμήματά της (βλ. και Ευστρατιάδης Αλεξ.).
Πηγές
- Τάκης Καλογερόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής μουσικής, εκδόσεις Γιαλλελή, 2001
