Μαρσίκ Αρμάνδος

Από Musipedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

(Armand Marsick, Λιέγη 1877 - Haine-Saint Paul, Hainaut 1959). Διακεκριμένος Βέλγος βιολιστής, συνθέτης, παιδαγωγός και δ/ντής ορχήστρας, δεσπόζουσα φυσιογνωμία της αθηναϊκής μουσικής ζωής κατά την περίοδο 1908-21. Ήταν γόνος μουσικής οικογένειας και σπούδασε στη Λιέγη με τους Ραντόν και Ντυπουΐ (ο οποίος ήταν από το 1898 το 1ο βιολί της Ορχήστρας του Ωδείου και του Θεάτρου στο Νανσύ). Τελειοποιήθηκε στο Παρίσι με τους Ροπάρτς, Κωσάντ, Λαμπερέρ και Βενσάν ντ' Εντύ. Εκεί διετέλεσε μέλος της Ορχήστρας του περίφημου Κολόν, ο οποίος του έδωσε λαμπρές συστάσεις κι έτσι το 1908 προσλήφθηκε από τον Γ. Νάζο ως αρχιμουσικός της Ορχήστρας του Ωδείου Αθηνών και καθηγητής θεωρητικών του Ωδείου. Στην Αθήνα ο Μαρσίκ έδωσε δείγματα μέγιστης ικανότητας και εξαιρετικού ταλέντου και ασφαλώς σ' αυτόν κυρίως οφείλεται η αναδιοργάνωση της Ορχ. του Ωδείου και η μόνιμη καθιέρωση των συμφωνικών συναυλιών (παρότι στο διάστημα 1910-13 βρισκόταν στη Ρώμη). Σχετικά με την πρώτη εμφάνισή του στην Αθήνα ως μαέστρου, η "Πινακοθήκη" του Φεβρουαρίου 1909 (έτος Η', τ. 96) γράφει: "Ὁ νέος διευθυντὴς τῆς ὀρχήστρας τοῦ Ὠδείου Ἀθηνῶν κ. Ἀρμάνδος Μαρσίκ, διπλωματούχος του Γαλλικού Ἰνστιτούτου, ὅστις ἀντεκατέστησε τὸν ἀναχωρήσαντα κ. Ρέττιχ, εἶνε ἀνεγνωρισμένης ἱκανότητος. Εἰς τὴν πρώτην ἐφετεινὴν συναυλίαν τοῦ Ὠδείου, ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν του ἡ ὀρχήστρα ἐ ξετέλεσε τὴν εἰς do ἔλασσον συμφωνίαν τοῦ Βετόβεν τελείως, ὡς καὶ τὴν Ἀρλεζιὲν τοῦ Μπιζέ, ἤτις, μετὰ πολλῆς λεπτότητος ἀπεδόθη, ἦτο δὲ καταφανὴς ἡ διαφορὰ τῆς ἐκτελέσεως, διότι δὲν εἶνε πρώτη φορὰ καθ' ἥν ἡ ὀρχήστρα ἐκτελεῖ αὐτήν. Παράλληλα, δίδαξε στο Ωδείο ανώτερα θεωρητικά και σύνθεση (ο μοναδικός Δ. Μητρόπουλος υπήρξε μαθητής του, όπως άλλωστε και οι: Γ. Σκλάβος, Φ. Οικονομίδης, Αλ. Κόντης, Τότης Καραλίβανος, Τίτος Ξηρέλλης, Ιωσήφ Γκρέκας-Παπαδόπουλος, Στ. Προκοπίου, Αιμίλιος Σπηλιωτόπουλος (Σπήλιος), Κων/νος Παπαδημητρίου, Δημήτριος Κ. Δούνης--στο Παρίσι--, και πολλοί άλλοι). Το 1920 πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Σωματείου "Λαϊκαί Συναυλίαι", δίνοντας μάχη για φτηνό εισιτήριο και διάδοση της μουσικής στα λαϊκά στρώματα. Στις αρχές του 1922 και ενώ η πολιτική κατάσταση στην Αθήνα συνεχώς επιδεινωνόταν και η συνεργασία του με το Ωδείο συνεχώς δυσκόλευε, ο πολυτάλαντος Βέλγος κερδίζει διεθνή Διαγωνισμό (1ος από 24 μετέχοντες) και αναχωρεί οριστικά από την Αθήνα, αναλαμβάνοντας δ/ντής του Ωδείου και της ΣΟ του Μπιλμπάο (Ισπανία). Το 1927 επανέρχεται στη Λιέγη ως καθηγητής σύνθεσης στο εκεί Ωδείο (1927-42), ενώ ταυτόχρονα ιδρύει "Εταιρεία Συμφωνικών Συναυλιών", τις "Συναυλίες Μαρσίκ" (1927-39). Στην Ελλάδα ήρθε μια ακόμα φορά ως προσκεκλημένος μαέστρος, για να διευθύνει ένα κοντσέρτο με σολίστ τον θρυλικό βιολιστή Ζακ Τιμπώ (1938). Ως αρχιμουσικός διέθετε, σύμφωνα με τις κριτικές της Εποχής, εκτός από εξαίρετη μουσική κατάρτιση, ερμηνευτική "φλόγα" και "μοναδικά διοργανωτικά χαρίσματα". Βοηθώντας τη δοκιμαζόμενη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών συμμετείχε στις παραστάσεις της "Αρλεζιάνας" του Ντωντέ με πλήρη ορχήστρα και χορωδία, διευθύνοντας την αυθεντική μουσική του Μπιζέ για το έργο. Ως συνθέτης έγραψε 3 όπερες: «La Jane» (1903, που παρουσιάστηκε στη Ρώμη το 1913 ως «Vendetta Corsa»: «Kορσικανή εκδίκησις») και αργότερα μετονομάστηκε σε «Ζαν») και «Lara» (1913, «Λάρας» 3πρακτο λυρικό δράμα σε ποίηση Κ. Κλόστερ από τον Βύρωνα, που παρουσιάστηκε στην Αμβέρσα το 1929. Το έργο γράφτηκε στην Ελλάδα και έχει έντονο ελληνικό χαρακτήρα. Μάλιστα το Ιντερμέτζο της 2ης Πράξης είναι γραμμένο πάνω σε 2 πελοποννησιακά θέματα από τη Συλλογή Δημοτικών Τραγουδιών του Ωδείου Αθηνών. Δυστυχώς στον τόπο που γράφτηκε, εκτός από αποσπάσματα ερμηνευμένα κατά το παρελθόν από μαθητές του Ωδείου Αθηνών, δεν έχει ποτέ εκτελεστεί ...). Στην Ελλάδα επίσης γράφτηκε το 3πρακτο λυρικό δράμα του «Το Δαχτυλίδι», που ολοκληρώθηκε το 1924 και ανέβηκε το 1928 στο Θέατρο «Λα Μονναί» των Βρυξελλών. Έγραψε επίσης το μονόπρακτο λυρικό δράμα «Nina» (για φωνή και πιάνο), συμφωνικά ποιήματα [[Κοντσέρτο_για_ορχήστρα|για ορχήστρα]]: «In memoriam» («Εις μνήμην του πατρός μου») και «La source» («Η πηγή», 1908), τις «Ελληνικές εικόνες» ([[Κοντσέρτο_για_ορχήστρα|για ορχήστρα]]), το ποίημα «Stele funeraire» («Επιτύμβια στήλη», 1902), τη σουίτα «Sc`enes de montagne» («Σκηνές του βουνού», 1910), «Μοιρολόγι και Χορός» (1912, για ορχήστρα), «Πένθιμο Εμβατήριο» (1913, για ορχ. βασισμένο σε θεσσαλικό μοιρολόγι), «Ερωτικό όνειρο» (1930), το ραδιοφωνικό έργο «Le visage de la Wallonie» («Το πρόσωπο της Βαλλονίας», 1937), ένα «Adagio pathe'tique» (για βιολί και πιάνο), 2 κομμάτια για πιάνο (1912): «Ονειροπόληση στην ελληνική ύπαιθρο» και «Πορεία καραβανιού». Επίσης έργα για γυναικεία χορωδία: «Bonheur intime» («Εσωτερική ευτυχία»), «Vous dire en paroles chantantes» («Nα σας πω με λόγια τραγουδιστά»), «Air de Cybelia», κ.λπ., «La voix de la mort» («Η φωνή του θανάτου», σεξτέτο για πιάνο και κουιντέτο εγχ.), έργα για φωνή και πιάνο: «Νocturne» («Νυχτερινό»), «Poe'mes lyriques `a l' amante» («Λυρικά ποιήματα στην αγαπημένη»), μία Σονάτα σε φα ελάσσονα για βιολί και πιάνο (1899-1900) καθώς και: "Les Elfes" («Τα Ξωτικά»), «Αu crepuscule» («Στο λυκόφως») και άλλα έργα για πιάνο. Τέλος, ο μεγάλος αυτός καλλιτέχνης (ο τόσο αδικοξεχασμένος από τους Έλληνες) εναρμόνισε τα «Δημώδη άσματα» της Συλλογής του Ωδείου Αθηνών (Έκδοση "Συλλόγου Ωφελίμων Βιβλίων", 1930), μετέχοντας στην κυριότερη από τις αποστολές για την καταγραφή τους.

Πηγές