Μπαχάουερ Τζίνα
Από Musipedia
(Αθήνα, 1910-1976). Διαπρεπής Ελληνίδα πιανίστα με διεθνή σταδιοδρομία και καθολική αναγνώριση (ένα από τα "ιερά τέρατα" του παγκόσμιου πιάνου, «the Queen of Pianists» - «Η βασίλισσα των πιανιστών» --όπως την αποκαλούσαν). Ο «πολύς» Αλφρέδος Κορτώ τη θεωρούσε τη μεγαλύτερη πιανίστα της Εποχής της! Ήταν αυστριακής καταγωγής και γεννήθηκε στο Φάληρο (αργότερα πήρε την αγγλική υπηκοότητα). Σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών (από 6 ετών!). Έναν χρόνο αργότερα, πρωτοεμφανίστηκε δημόσια ως "παιδί-θαύμα" σε φιλανθρωπική συναυλία της πριγκίπισσας Αλίκης. Απεφοίτησε το 1929 (μαθήτρια του Β. Φρήμαν) με χρυσό Μετάλλιο και τις λοιπές ύψιστες διακρίσεις του Ωδείου Αθηνών, του οποίου κατά διαστήματα διετέλεσε καθηγήτρια πιάνου (1930-1936 και 1946). Παράλληλα, πιεσμένη από τους γονείς της, παρακολουθούσε και μαθήματα Νομικής στο Παν/μιο Αθηνών. Μετεκπαιδεύτηκε στην École Normale του Παρισιού (με τον Α. Κορτό) και επίσης μελέτησε σε Αγγλία, Γαλλία και Ιταλία με τον Σ. Ραχμάνινοφ (1933-1935). Επίσης, αρκετά αργότερα, μελέτησε με την Ιλόνα Κάμπος (με την οποία και συνεργάστηκε). To 1932 (1935;) πρωτοεμφανίστηκε ως σολίστ σε συναυλία της ΣΟ του Ωδείου Αθηνών με μαέστρο τον Δ. Μητρόπουλο. Το 1933 τιμήθηκε με το Α΄ βραβείο του Δήμου Βιέννης στον εκεί διεθνή Διαγωνισμό πιάνου. Έκτοτε, εμφανίστηκε σε ρεσιτάλ στις διασημότερες αίθουσες του Κόσμου και συνέπραξε ως σολίστ με τις σπουδαιότερες ΣΟ της Ευρώπης και της Αμερικής (πρωτοεμφανίστηκε στο Παρίσι το 1937 με μαέστρο τον Πιερ Μοντέ). Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου παρέμεινε στη Μέση Ανατολή και ψυχαγωγούσε τις Ένοπλες Δυνάμεις (έδωσε πάνω από 600 ρεσιτάλ και συναυλίες για τα συμμαχικά στρατεύματα). Το 1946 εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο, όπου παντρεύτηκε τον έμπορο Ι. Χριστοδούλου. Κατόπιν, εγκαταστάθηκε στην Αγγλία και συνέπραξε με τις μεγαλύτερες Ορχήστρες της. Το 1946 έπαιξε με τη "Νιου Λόντον Όρκεστρα" υπό τη διεύθυνση του Άλεκ Σέρμαν (τον οποίο παντρεύτηκε το 1951). Το 1947 ήταν σολίστ της Συμφωνικής του Λονδίνου και το 1950 έδωσε ρεσιτάλ στο Άλμπερτ Χωλ. Το 1950 επίσης (Οκτώβριος) συνέπραξε με τη Φιλαρμονική Ν. Υόρκης. (Αργότερα στις ΗΠΑ ήταν εκείνη που εγκαινίασε με ρεσιτάλ της το Κέντρο "Κέννεντυ", το 1971). Το 1962 έκανε μεγάλη περιοδεία σε Αυστραλία και Ν. Ζηλανδία. Εμφανίστηκε επανειλημμένα στην Αθήνα (τόσο σε ρεσιτάλ όσο και ως σολίστ με την ΚΟΑ) και πολλές φορές έπαιζε 2 δύσκολα Κοντσέρτα μαζί (όπως στις 20.5.1955, που έπαιξε υπό τη διεύθυνση του Φ. Οικονομίδη το «Αυτοκρατορικό» Κοντσέρτο του Μπετόβεν και το 3ο Κοντσέρτο του Ραχμάνινοφ!). Κάθε της εμφάνιση ήταν κι ένας καινούργιος θρίαμβος. Επίσης, από το 1964 ήταν μέλος του ΔΣ της ΕΛΣ. Γενικά, αν και ποτέ δεν είχε στο ρεπερτόριό της ελληνικά έργα, βοήθησε πολύ την Ελληνική Μουσική· ειδικά τους ταλαντούχους νέους πιανίστες (στις μαθήτριές της και η τέως πριγκίπισσα [[Ειρήνη_Γλύξμπουργκ|Ειρήνη Γλύξμπουργκ]], ο Γιάννης Χρήστου, η βαφτισιμιά της Τζίνα Αηδονοπούλου, η Ζουζού Νικολούδη, η Βίνια Τσόπελα, ο Μάριος Παπαδόπουλος, ο βιολιστής Σοφοκλής Πολίτης, κ.ά.). Γι' αυτό και ο Φορέας που θεσπίστηκε στη μνήμη της (Ίδρυμα "Μπαχάουερ") ενισχύει οικονομικά νέους Έλληνες μουσικούς. Πάσχισε επίσης για την επιτυχία του Φεστιβάλ Αθηνών (άλλωστε στις 22.8.1976 που πέθανε, επρόκειτο σε λίγες ώρες να εμφανιστεί στο Ηρώδειο). Για τις υπηρεσίες της προς την Ελλάδα τιμήθηκε με τα παράσημα του Χρυσού Σταυρού του Φοίνικα και του Χρυσού Ταξιάρχη του Τάγματος Ευποιΐας. Η παγκόσμια μουσικοκριτική τίμησε την Μπαχάουερ με ανεπιφύλακτη αποδοχή. "Σκορπίζει καινούργιο φως σ' ό,τι αγγίζει", έγραψαν οι Times της Ν. Υόρκης. "Η πιανιστική της ιδιοσυγκρασία είναι ικανή να αποδώσει τα πιο λεπτεπίλεπτα συναισθήματα, αλλά και να ξεσπάσει κάποιες φορές με δύναμη και ορμή πραγματικού τυφώνα", έγραψε ο μεγάλος Μπιάνκολι. Πράγματι, το παίξιμό της χαρακτηριζόταν από σπάνια τεχνική πληρότητα, που συνδυαζόταν τόσο με "ανδρική" στιβαρότητα όσο και με "νεραϊδένια" ελαφράδα, επιτυγχάνοντας απόλυτο έλεγχο της επιθυμητής ποιότητας του ήχου ώς τις πιο λεπτές του αποχρώσεις. Έτσι, στηριγμένο στη ρωμαλεότητα και την εκφραστική σαφήνεια, το παίξιμό της δίδασκε την ύψιστη λιτότητα... Το ρεπερτόριό της, παντελώς αδιάφορο προς τη σύγχρονη μουσική, εκτεινόταν από τον Σκαρλάττι ώς τον Στραβίνσκυ, με ιδιαίτερη προτίμηση στον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν και τους Ρομαντικούς (ιδίως τους Σούμαν, Μπραμς, Γκρηγκ, Σοπέν, Λιστ και Σαιν-Σάνς).
Πηγές
- Τάκης Καλογερόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής μουσικής, εκδόσεις Γιαλλελή, 2001
