Νάζος Γεώργιος

Από Musipedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

(Αθήνα, 1862-1934). Ο μουσικός, στον οποίο οφείλει το Ωδείο Αθηνών την περιωπή του... Καταγόταν από παλιά αρχοντική οικογένεια της Τήνου και όταν ήταν έφηβος ασχολιόταν με το κυνήγι και την ιππασία στην περιοχή Χαϊδαρίου, όπου η οικογένειά του διέθετε μεγάλο κτήμα 3.000 στρεμμάτων. Στη συνέχεια πραγματοποίησε πολυετείς σπουδές (από το 1879) στο Ωδείο του Μονάχου (με τους Ράινμπέργκερ, Τούιλε, κ.ά.). Σπούδασε επίσης ελληνικά μαθήματα με τον παγκόσμιας φήμης ελληνιστή Καρλ Κρούμπαχερ (K.Krumbacher). Ήδη από το 1885 νοσταλγούσε την πατρίδα του, στην οποία επέστρεψε το 1889 και τον επόμενο χρόνο κλήθηκε να αναλάβει τη διεύθυνση του τότε "παραπαίοντος" Ωδείου Αθηνών και πράγματι, μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του (επίσημα, τον Ιανουάριο του 1891) κατάφερε να το οργάνωσει κατά τα τότε ευρωπ. πρότυπα και να συμπλήρωσει τις κενές έδρες. Ο ίδιος δίδαξε πιάνο, μονωδία, χορωδία και θεωρητικά. Ταυτοχρόνως φρόντισε για την αύξηση των πόρων του Ωδείου, η δε προς το πρόσωπό του εμπιστοσύνη εκδηλώθηκε άμεσα και πλουσιοπάροχα με δωρεές των Γ. Αβέρωφ, Ανδρ. Συγγρού, Α. Αριστάρχη, Μ. Κοργιαλένιου, Μιλτ. Ψύχα, κ.ά. To 1891 εισήγαγε το μάθημα της φωνητικής για τους νεαρούς κρατουμένους στις φυλακές Συγγρού, κάνοντας ο ίδιος το πρώτο μάθημα. Το 1893 ίδρυσε την Συμφωνική Ορχήστρα του Ωδείου, που από τότε (μετασχηματισμένη σε διάφορα σχήματα με διάφορες ονομασίες και τελικά παγιοποιημένη το 1942/43 ως ΚΟΑ) λειτουργεί ώς σήμερα ανελλιπώς. Το 1903 ίδρυσε την έδρα της βυζ. μουσικής (με επικεφαλής τον Ψάχο), επιδιώκοντας μεθοδική αναβίωση και συνέχιση της μακραίωνης φωνητικής εκκλ. παράδοσης με τη δημιουργία καλλίφωνων ψαλτών. Παράλληλα, τέθηκε ηγήθηκε της 3μελούς Επιτροπής (με Κ. Ψάχο και Α. Μαρσίκ) για την περισυλλογή των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών (καρπός αυτής της έρευνας υπήρξε η έκδοση το 1930 της "Συλλογής δημωδών ασμάτων Πελοποννήσου και Κρήτης"). Το 1899 ο Νάζος ζήτησε να αγοράσει για λογαριασμό του Ωδείου τα έργα του Ν. Μάντζαρου</i>, (που είχε φέρει στην Αθήνα ο εγγονός του τελευταίου Αντώνιος Χαλικιόπουλος-Μάντζαρος). Δυστυχώς όμως αυτή η αγοροπωλησία δεν ευωδόθηκε, γιατί ζητήθηκε υπερβολικό τίμημα. Ο Σπ. Μοτσενίγος γράφει σχετικά («Νεοελληνική Μουσική»,σελ. 329) ότι ο Νάζος επιθυμούσε τότε να εισαγάγει στο Ωδείο Αθηνών το θεωρητικό μουσικό σύστημα του Μάντζαρου. Αργότερα, ανέλαβε την αναδιοργάνωση του Ωδείου Πειραιώς (1910), το δε 1916 είχε την πρωτοβουλία να ιδρύσει Αθηναϊκή Χορωδία, που ξεκινώντας αρχικά μόνο ως γυναικείο Τμήμα απετέλεσε τον πυρήνα της "Χορωδίας Αθηνών" (1921). Στο μεταξύ, τον Οκτώβριο του 1906, είχε νυμφευθεί στο Μόναχο την Έντλα, κόρη του λόρδου Αμπέρκρομπυ. Στον Νάζο επίσης οφείλεται η λειτουργία του "Θεάτρου Ωδείου" (1918-1924), με παραστάσεις δραματικών αριστουργημάτων που σημείωσαν σταθμό. Εκτός των πασίδηλων μουσικών του προσόντων και της αξιοθαύμαστης γενικής παιδείας του, έπαιζε και εξαιρετικό σκάκι και, όπως γράφει ο Γ. Δροσίνης ("Σκόρπια φύλλα της ζωής μου", Αθήναι 1940, σ. 195) έμαθε σκάκι τον Γ. Σουρή (και μάλιστα του χάριζε τη βασίλισσα και έναν πύργο για να μπορεί κάπως να «μετρηθεί» μαζί του. Όμως του κάκου· ο Σουρής ποτέ του δεν τον κέρδισε!...). Ο εμπνευσμένος αυτός Δάσκαλος πέθανε τα Χριστούγεννα του 1934, ενώ ήδη από το 1930 είχε ανακηρυχθεί, για τις τόσες του υπηρεσίες προς το Ίδρυμα και την Τέχνη, επίτιμος δ/ντής του Ωδείου. Στους μαθητές του περιλαμβάνονται και οι: Λώρης Μαργαρίτης, Κων/νος Παπαδημητρίου, Έφη Εμπεδοκλή, Λαμπελέτ], κ.ά. Μετά τον θάνατό του, πήρε τη θέση που του άρμοζε μεταξύ των μεγάλων ευεργετών του Ωδείου και έκτοτε η μαρμάρινη προτομή του κοσμούσε τον ειδυλλιακό κήπο του Ιδρύματος (Οδός Πειραιώς), ώσπου τη μετέφεραν στο καινούργιο καλλιμάρμαρο κτίριο. Στη διάρκεια της πολυετούς σταδιοδρομίας του δέχτηκε σφοδρότατες επικρίσεις και πολεμικές (πολλές φορές και από μουσικούς μεγάλου αναστήματος, όπως: ο Καλομοίρης, ο Σαμάρας, ο Λαυράγκας, οι Λαμπελέτ, ο Βάρβογλης, ο Αξιώτης, ο Ψάχος, κ.ά.) αλλά κι εκείνος δεν έμεινε ασφαλώς με σταυρωμένα χέρια (προλαβαίνοντας πολλές φορές να τα κινήσει πρώτος!...). Tα βέλη, πέρα από τις εξυπακουόμενες προσωπικές καλλιτεχνικές φιλοδοξίες και βλέψεις (για μια πίτα ασφαλώς ελάχιστη, μα και μισοκαμμένη...) κατευθύνονταν από τους επικριτές του κυρίως κατά της συντηρητικής εκπαιδευτικής πολιτικής του Ωδείου (αισθητικής και παιδαγωγικής) και του θεμελιακά ταξικού χαρακτήρα της λειτουργίας του. Στρέφονταν επίσης κατά της άκριτης προτίμησής του για καθετί το ευρωπαϊκό, σε συνδυασμό με τη φημολογούμενη απέχθειά του προς τα "εδώδιμα" ("αρκεί"--πάντα κατά τους επικριτές του--"να διέθεταν ίχνος ταλάντου"!...). Ποιός είχε τότε δίκιο; Πολλά μπορούν να ειπωθούν (ιδιαίτερα όταν στο στρατόπεδο των επικριτών προστέθηκαν και μουσικά ανίδεοι, και είναι γνωστό το πόσο η φωνή του δίκαια διαμαρτυρόμενου ταυτίζεται μ' εκείνη του εγωπαθούς τυχάρπαστου) όμως αυτά δεν πρόκειται να τα πούμε εδώ, γιατί αυτός ο εθνοφθόρος καυγάς (ο υποδαυλισμένος από την κουτοπόνηρη απραξία μιας Πολιτείας παντελώς και κατά συρροήν αδιάφορης περί τη μουσική Εκπαιδευση) δυστυχώς δεν έληξε ως ώφειλε στο κατώφλι του 20ού αι., αλλά εξελίχθηκε αδυσώπητος ώς τις μέρες μας (με βολές σε στόχους περισσότερο διαπλατυσμένος και εξ αυτού του λόγου αδιαφανέστερους). Εξ’ άλλου, η πολυετής θητεία μας στα θρανία του Ωδείου Αθηνών έχει συντείνει στο να διαμορφώσουμε ισχυρή προσωπική άποψη τόσο για τον Κρόνο (ο οποίος πράγματι καταβρόχθισε επιλεκτικά τα πιο ταλαντούχα των τέκνων του) όσο και για τους Κορύβαντες (οι οποίοι, επειδή κάποτε απλά και μόνο χτύπησαν αλεατορικά τις ασπίδες τους, καμώνονται πως τάχα παραβρέθηκαν στη γέννηση του Δία...). Αυτή μας η άποψη πιθανόν δεν φτάνει να συντρέξει την αντικειμενικότητα ενός Λεξικού, φτάνει όμως και περισσεύει, προκειμένου να ερμηνεύσει το γιατί μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα 4.000.000 κατοίκων στο κατώφλι του 21ου αιώνα δεν διαθέτει ακόμα ούτε μια Κρατική Μουσική Ακαδημία, ούτε μια Κρατική Μουσική Σχολή, ούτε ένα Κρατικό Ωδείο, ούτε καν (έστω...) μια μικρή-μικρούτσικη "Μόνιμη και Ενιαία «Κρατική Επιτροπή Απονομής Μουσικών Πτυχίων και Διπλωμάτων»...(για τη σκόπιμη ανυπαρξία των οποίων και για όσα μουσικά «σημεία και τέρατα» έχουν δει τα μάτια μας--εν πολλοίς και να επιχορηγούνται αδρά από το υστέρημα των Ελλήνων--δεν φταίει ασφαλώς μόνον ο σοφός μουσικός παιδαγωγός και ακοίμητος φρουρός των ευρωπαϊκών μουσικών αξιών του 19ου αι. Γεώργιος Νάζος). (Για περισσότερα, δες στο βιβλίο του Γ. Δροσίνη «Ο Γ. Νάζος και το Ωδείον Αθηνών»,Αθήναι 1936).

[επεξεργασία] Πηγές