Ξανθόπουλος Τιμόθεος

Από Musipedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

(Σμύρνη 1864 (;) - Αθήνα 1942). Από τους πρώτους πραγματικά μορφωμένους Έλληνες μουσικούς που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην πατρίδα τους (μαζί με τον Λαυράγκα, τον Σπινέλ(λ)η, τον Καμηλιέρη). Μεγάλωσε στην Κων/πολη, όπου ο πατέρας του διετέλεσε δ/ντής της Σχολής της Χάλκης. Πολύ νέος πήγε στη Βιέννη, γράφτηκε στο εκεί Ωδείο και πήρε 2 χρυσά μετάλλια (στο πιάνο και το εκκλ. όργανο). Δασκάλους του είχε τον Μπρούκνερ και τον Χανς Σμιτ(!), το δε δίπλωμά του έφερε την υπογραφή του μεγάλου Μπράμς (!!). Είχε σημειώσει την καταπληκτική αυτή επιτυχία το 1888, δηλαδή όταν ήταν μόλις 24 ετών! Τότε ήρθε και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, για να προσφέρει όχι μόνο όσα είχε μάθει στη Βιέννη, αλλά και τον εαυτό του ολόκληρο... Διάφοροι επίδοξοι μουσικοί έσπευσαν τότε να επωφεληθούν (μεταξύ τους και ο νεαρός Μ. Καλομοίρης στο διάστημα 1894-1899` αργότερα και ο Π. Επιτροπάκης). Η επίδοσή του Ξανθόπουλου στο πιάνο και στο εκκλ. όργανο ήταν μοναδική και η φήμη του μεγάλη. Έτσι, όλοι οι ξένοι καλλιτέχνες που έφθαναν στην Ελλάδα για να δώσουν ρεσιτάλ, εκείνον ζητούσαν να τους «ακκομπανιάρει» (όπως ο «πολύς» Φλοριζέλ φον Ρόυτερ, κ.ά.). Ως οργανίστας, υπηρέτησε επί 20 χρόνια στο Παρεκκλήσιο των Ανακτόρων και όλοι, με πρώτον τον βασιλέα Γεώργιο, τον εκτιμούσαν εξαιρετικά. Παράλληλα, έδειξε και συνθετική δράση αξιόλογη. Η μόρφωση του κοινού ήταν το ιδανικό του (όπως άλλωστε και των άλλων συνθετών της Παλιάς Αθήνας). Το 1890 ίδρυσε Σχολή πιάνου (Σόλωνος 54). Ωμωσμένος εχθρός του "αμανέ", συνέθεσε πλήθος τραγουδιών που τα διακρίνει πηγαίος ρομαντισμός και υποδειγματική ευρωπ. εναρμόνιση. Τέτοια τραγούδια είναι τα: "Θέλω", "Σιμά σου", "Γιατί", "΄Εφυγε" (ως τρυγών), "Υπό το φως της Σελήνης"--«Au clair de la lune» (επίσης για τριωδία και πιάνο, 2 βιολιά, τσέλο και φλάουτο ή «σόλο» με συνοδεία χορωδίας), "Εσένα που σ' αγάπησα", «Έλα πουλί μου πάρε με», «Τ’ ακρογιάλι του Φαλήρου», "Η Τραγουδίστρα", "Για την "Κρήτη" (πολεμικό εμβατήριο), "Σερενάτα" ("Με το στήθος πληγωμένο"), "Το κύμα π’ αργοσβήνει", "Η βαρκούλα" (βαρκαρόλα), "Αγάπη-πόνος", "Η Μάγκισσα", "Για νέες δάφνες" (πολεμικό εμβατήριο), "Στα Σύννεφα", "Οι κυνηγοί", "Γιατί λυπητερό τραγούδι", "Στα γλυκά σου τα μάτια", "Σ’ αγαπώ", "Η νοσταλγία του νησιού", "Ανάμνησις της Σμύρνης", "Νυκτωδία", κ.λπ. Όλα τους γνώρισαν μεγάλη επιτυχία και τραγουδήθηκαν στα σπίτια και στις συναυλίες. Αλλά την μεγαλύτερη επιτυχία είχε η "Ανάμνησις της Σμύρνης". Επίσης, συνέδεσε το όνομά του με τις ετήσιες επιθεωρήσεις "Πανόραμα" και "Παπαγάλος". Έγραψε όμως και πολλά θούρια και μεταξύ άλλων, ένα εμβατήριο ("Vers la Victoire") που το αφιέρωσε στον στρατηγό Σμολένσκη. Η ήττα του πολέμου του 1897 δεν τον είχε απογοητεύσει και η μορφή του ήρωα της μάχης του Διστόμου τον ενέπνευσε σαν μορφή μαραθωνομάχου. Στο διάστημα 1909-1914 δίδαξε στο Ωδείο Αθηνών. Πάντα σεμνός και ταπεινός, εξακολούθησε τη συνθετική του εργασία, τα μαθήματά του και (μετά την αποχώρησή του από τα Ανάκτορα) το παίξιμο του αγαπημένου του εκκλ. οργάνου στο ναό των Καθολικών, ώς το τέλος.

Πηγές