Παντόπουλος Ευάγγελος

Από Musipedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

(1860-1913). Ο μέγιστος των Ελλήνων ηθοποιών του 19ου αι., εκείνος που ανέστησε την κωμωδία και έπλασε αθάνατους θεατρικούς τύπους (τον Αντριώτη Μπάρμπα-Λινάρδο, τον Πλακιώτη Γέρο-Νικόλα ή τον υπενωματάρχη Μίχο Ζουλαχμάκη, κ.ά.). Είχε από νέος εγκαταλείψει το γυμνάσιο για να παρακολουθήσει ζωγραφική στο Πολυτεχνείο και φωνητική μουσική στο Ωδείο, αποκτώντας καλλιτεχνικά εφόδια, που του στάθηκαν πολύτιμα στη μετέπειτα λαμπρή σταδιοδρομία του. Γεννημένος στην Αθήνα (με καταγωγή από τη Σπάρτη) ανέβηκε στη σκηνή 17 ετών και πολύ γρήγορα, παίζοντας Μολιέρο, μαθητεύοντας κοντά στον λαμπρό Ν. Λεκατσά και συνεργαζόμενος με τους μεγάλους θιάσους της εποχής (Αλεξιάδη, Ταβουλάρη, κ.λπ.), επέβαλε την πρωταγωνιστική παρουσία του, Η συμβολή του στην καθιέρωση του κωμειδυλλίου και της σύγχρονης κωμωδίας υπήρξε ανυπολόγιστη.Όντας πια θιασάρχης (της "Ελληνικής κωμωδίας") και συνεργαζόμενος με τους συνθέτες [[Ζάιλερ|Ζάιλερ]], Σπινέλλη, Καίσαρη, κ.ά. ανέβαζε τα έργα των Δ. Κορομηλά, Ηλ. Καπετανάκη, Μπ.Άννινου, κ.λπ., με "σπαρταριστό" μουσικοθεατρικό τρόπο που «άφησε εποχή». Η δημοτικότητα του έφτασε στο κατακόρυφο και απέκτησε ιδιόκτητο θέατρο στην πλατεία Συντάγματος (το μετέπειτα "Θέατρο Κυβέλης"), όμως η αφθονούσα εγχώρια μετριότητα και η πατροπαράδοτη μάστιγα της καλλιτεχνικής αντιζηλίας συνάσπισαν εναντίον του ισχυρές δημοσιογραφικές και θεατρικές δυνάμεις, που κατάφεραν να τον δυσφημήσουν, να τον χρεοκοπήσουν και το κυριότερο: να τον απογοητεύσουν και να τον "εξορίσουν" από την Αθήνα, για να ξαναγυρίσει αργότερα με κλονισμένη υγεία, για να πεθάνει έρημος σε μια γωνιά του Πολιτικού Νοσοκομείου (όπου νοσηλευόταν ως άπορος...). Διάδοχος της τέχνης του έγινε ο Ιωάννης Παπαϊωάννου. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το δημοφιλέστατο τραγούδι του Νικ. Κόκκινου "Το τσοπανόπουλο" έχει στίχους δικούς του. Θά κλείσουμε το λήμμα με λόγια του Γρ. Ξενόπουλου που γράφτηκαν για τον Παντόπουλο το 1893: «σκορπίζει περὶ αὐτὸν τὸν γέλωτα παταγώδη καὶ εὐφρόσυνον, γέλωτα τοῦ ὁποἰου ἡ ἠχὼ θὰ ἐπιζήσῃ , ἀντιλαλουμένη ἐπὶ μακρὸν ἁπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν».

Πηγές