Παρίδης Ανδρέας

Από Musipedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

του Ιωάννου (Αίγιο 28.2.1910 - Αθήνα 14.4.2000). Διαπρεπής αρχιμουσικός, καταγόμενος από μουσική οικογένεια. Γιος του Ιωάννη Παρίδη και αδελφός του Γεωργίου Παρίδη. Ήρθε 2 ετών στην Αθήνα (όπου μεγάλωσε) και από νωρίς έδειξε την αγάπη και την ιδιαίτερη κλίση του για τη μουσική. Σπούδασε πιάνο στο Ωδείο Αθηνών με τον Σπύρο Φαραντάτο (απεφοίτησε με Α' βραβείο) και ανώτερα θεωρητικά στο Ελληνικό Ωδείο με τον Μ. Βάρβογλη. Άρχισε τη σταδιοδρομία του το 1939 ως πιανίστας, συνοδεύοντας σε ρεσιτάλ πολλούς αξιόλογους καλλιτέχνες της εποχής (μεταξύ αυτών και τη Μαρία Κάλλας). Με την «κρατικοποίηση» της Συμφωνικής Ορχ. του Ωδείου Αθηνών, διορίστηκε μέλος της στα κρουστά και το πιάνο. Μεταπολεμικά, πήγε στη Ρώμη (Ακαδημία της "Αγίας Καικιλίας") και σπούδασε διεύθυνση ορχήστρας κοντά στον διάσημο αρχιμουσικό Μπερναντίνο Μολινάρι. Απεφοίτησε με "Άριστα", ενώ παράλληλα ειδικεύτηκε στην όπερα, παρακολουθώντας και βοηθώντας το «ανέβασμα» μελοδραματικών έργων στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα της Ιταλίας. Το 1951 ονομάστηκε μόνιμος αρχιμουσικός της ΚΟΑ. Το 1967 διορίστηκε γενικός δ/ντής της ΕΛΣ και στις 17.10.1969, μετά την παραίτηση του Θ. Βαβαγιάννη, ανέλαβε γενικός δ/ντής της ΚΟΑ (ώς την 1.12.1976). Εκτός αυτών, συνεργάστηκε επί σειρά ετών με τη ΣΟ του ΕΙΡ, διευθύνοντας μεταξύ άλλων πλήθος ελληνικά έργα. Η μεγάλη του μνήμη και η από μικρής ηλικίας ενασχόλησή του με τη μουσική τον έκαναν κάτοχο σημαντικού μέρους του παγκόσμιου ρεπερτορίου και τον εφοδίασαν με "μουσικό ένστικτο" αξιοσημείωτης ποιότητας και εκτελεστικής αποτελεσματικότητας... Επανειλημμένα θαυμάστηκε για την "από μνήμης" εκτέλεση μουσικών αριστουργημάτων με ογκωδέστατες παρτιτούρες ("Αΐντα", "Τουραντό", "Μπόρις Γκοντούνοφ", "Τανχώυζερ", κ.λπ.) και ευτύχησε να τιμηθεί από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του Κόσμου με τα κολακευτικότερα σχόλια για την ορχηστρική συνοδεία του (μεταξύ αυτών και από τον Αρθούρο Ρουμπινστάιν, ο οποίος του πρότεινε εγγράφως να εγκαταλείψει την Ελλάδα και να τον ακολουθήσει σε περιοδείες ανά την Υφήλιο ως "ο μόνιμος μαέστρος" του!). Επίσης, ο Παρίδης είναι ο αρχιμουσικός που εκτέλεσε τη "μερίδα του λέοντα" των ελληνικών συμφωνικών έργων και μάλιστα (σε πείσμα των καιρών και αψηφώντας τις όποιες επαπειλούμενες συνέπειες) τα έργα του Ξένου, του Θεοδωράκη, και των λοιπών συνθετών της Αριστεράς, την εποχή που εκείνοι τελούσαν υπό πλήρη πνευματική απαγόρευση... Μικρό και μόνο αντίδωρο της τεράστιας προσφοράς του στην ελλ. Συμφωνική και Μελοδραματική Τέχνη αποτελεί το ότι ο Μανώλης Καλομοίρης του αφιέρωσε την "Παλαμική Συμφωνία" του... Στη διάρκεια της μακρόχρονης θητείας του στη μπαγκέτα, διηύθυνε κορυφαίες ΣΟ, όπως: τη Φιλαρμονική του Λένινγκραντ, τη Συμφωνική της Μόσχας, την Όπερα της Ρώμης, τη "Σάντα Τσετσίλια", τη "Χαλλέ" του Μάντσεστερ, τη Συμφωνική του Ντητρόιτ και τις ΣΟ του Βερολίνου, του Παρισιού, της Πράγας, του Βουκουρεστίου, του Βελιγραδίου, του Ζάγκρεμπ, του Μπουένος Άιρες, της Ρώμης, την Όπερα "Liceo" της Βαρκελώνης, κ.ο.κ. Στο σημείο αυτό θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι μεγάλη ηθική στήριξη στη λαμπρή σταδιοδρομία του προσέφερε η αείμνηστη σύζυγός του και βιολονίστρια Ραϋμόνδη Σπυράκη. Ώς πρόσφατα (1996) ο μαέστρος Παρίδης βρισκόταν ακόμα με εκπλήσσουσα ζωτικότητα στην ενεργό δράση και κάθε συναυλία του αποτελούσε "ηδύτατο" μουσικό απόσταγμα και πολύτιμο μάθημα για τους νέους. Σήμερα (αρχές 1999) έχει πλέον εγκαταλείψει κάθε καλλιτεχνική δραστηριότητα, αλλά όχι και τις μνήμες μας.

Πηγές