Προπολεμικές επαρχιακές συναυλίες
Από Musipedia
Αντί άλλων περιγραφών και μαρτυριών, αναδημοσιεύουμε ένα κείμενο του 1914 γραμμένο από κάποιον Δ. Τζιάθα και δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Το φως" των Σερρών (Δεκέμβριος 1914). Το κείμενο, μή αρκούμενο στην ψυχρή εξιστόρηση των τεκταινομένων μιας καλλιτεχνικής βραδιάς, αποτελεί τυπικό δείγμα χιλιάδων παρόμοιων δημοσιευμάτων, που έχουν αναπαραχτεί επί έναν αιώνα στον ελλ. Τύπο (επαρχιακό και μη) δημιουργώντας «σχολή» και ρυμουλκώντας το «κιτς» ύφος τους ως και σε "εμβριθείς" πολιτισμικές στήλες του καιρού μας...«Ως και εις προηγουμένην μου ανταπόκρισιν έγραφον, ο πλήρης ζωής της πόλεώς μας μουσικός σύλλογος, ο <Απόλλων>, αποβλέπων εις τον φιλανθρωπικόν του σκοπόν, επρόκετο να δώσει την παρελθούσαν Πέμπτην ένα κονσέρτο εν τη αιθούση του κινηματογράφου. Όταν δε έγραφον, ότι το κονσέρτο τούτο εδίδετο για να ζωντανεύση τους νεκρωμένους κατοίκους της πόλεώς μας δεν είχον άδικον. Εάν αφικνείτο κανείς την ημέραν εκείνην εις την πόλιν μας θα έβλεπε μίαν ασυνήθη κίνησιν και θα ήκουε από του στόματος όλων τας λέξεις: <το βράδυ εις το κονσέρτο>. Η φύσις των Σερρών, ήτις δεν χορατεύει και τόσο πολύ, τις οίδεν εις ποίας υπείκουσα διαταγάς, προ μιας προ του κονσέρτου εβδομάδος, ήλλαξε την φορεσιά του Μενικίου, του Κρουσόβου και του Παγγαίου, απεδίωξε τα μαύρα σύγνεφα που έχουν ερωτευθεί με την περιφέρειάν μας και εστολίσθη, για να συμβάλη και αυτή εις την μεγάλην όντως αυτήν εορτήν. Ο ειλικρινής του πτωχού, του δυστυχούς και του αδυνάτου φίλος, έδυσεν όλως παραδόξως πολύ αργά την ημέραν εκείνην. Από της τετάρτης απογευματινής ώρας, ήρχισαν να προσέρχωνται τα ενεργά του συλλόγου μέλη, εκ των οποίων πρώτος ο ακάματος του συλλόγου πρόεδρος κ. Ξ. Σγουρός, οι κύριοι Ι. Πανταζής, Καμβουσιώρας, Χρυσάφης και λοιποί, μετ' ολίγον έφθασαν τα ενθουσιώντα μέλη της ορχήστρας κ.κ. Χ. Καρατζάς, Γ. Ωρολογάς, Σ. Γκέλκιος, Αδ. Γκούμας, Κ. Καρεκλάς, Ν. Ρεβαλτζής, Ν. Πανταζής, Α. Στεργίου, Α. Φωκάς και Σανίνης. Η φιλαρμονική, την οποίαν θαυμασίως διευθύνει ο έξοχος του συλλόγου διδάσκαλος κ. Α. Κίτσος, διήλθε τας κεντρικάς της πόλεως οδούς, ενσπείρουσα δι’ ενός εθνικού εμβατηρίου τον ενθουσιασμόν, καταλήξασα εις την αίθουσαν καθ’ ην στιγμήν τα αμάξια κατέφθανον με τα τρία κατάλευκα περιστέρια, τες τρεις πάναγνες Ελληνοπούλες μας, τας Δίδας Ναυσικάν Μεντή, Ελένην Καμβουσιώρα και Αρετήν Ζαφειρίου, αίτινες επρόκειτο να λάβουν αυταί μέρος εις το κονσέρτο. Δεν παρήλθεν ολίγη ώρα και εις την φεγγοβόλον αίθουσαν δεν υπήρχε κάθισμα κενόν. Παν ότι εκλεκτόν και ωραίον έχει να επιδείξη η πόλις μας συνεσωρεύθη εκεί. Η δεξιά πτέρυξ, λάμπουσα από τους ανδρείους της μεραρχίας μας αξιωματικούς με επί κεφαλής τον εκλεκτόν μας μέραρχον κ. Α. Μπαΐραν, η αριστερά από τας πολιτικάς και δικαστικάς αρχάς και τας οικογενείας, παρουσίαζαν κάτι το αρμονικόν. Ώρα έκτη: Τα πάντα εν τάξει· η φιλαρμονική ανακρούει τον Εθνικόν Ύμνον, η κινηματογραφική μηχανή προβάλλει την εικόνα του λατρευτού μας Βασιληά και ο ενθουσιασμός εναποθέτει μίαν αλησμόνητον εις τα μέτωπα όλων εικόνα. Μετά ταύτα ο κ. Σγουρός αναπτύσσει ολίγον το περί μουσικής θέμα και κατόπιν ανέρχονται επί της σκηνής τα μέλη της ορχήστρας για να παίξουν Ναμπούκκο ντε Βέρντι και να σκορπίσουν τη μέθη εις το ακροατήριον. Αποσύρεται της σκηνής η ορχήστρα υπό τα ατελεύτητα του πλήθους χειροκροτήματα και ξεπροβάλλει εις το βάθος της σκηνής μία φαντασμαγορική εικών. Τί ήτο εκείνο το ομοιόμορφον, το ισόρρυθμον, το αρμονικόν εκείνο σύμπλεγμα, το οποίον εκινείτο και επροχώρει; Ήσαν αι τρεις Ελληνοπούλες μας, τα τρία μουσικοαναθρεμμένα αγγελούδια, τα οποία δια πρώτην φοράν ξεπετούσαν από τη φωληά τους για να βαλσαμώσουν με τους γλυκείς της μουσικής των ήχους τις καρδιές του ακροατηρίου. Έπαιξαν με τόση χάρη με τόση απάθεια το Danse Polonaise, είχον τόσην πεποίθησιν εις το ευγενικό τους έργο, που εχρειάζετο χρωστήρ ζωγράφου και κάλαμος ακουράστου ποιητού για να απαθανατίση την εικόνα εκείνην. Ο κόσμος τας αποθεώνει στο τέλος και ανέρχεται επί της σκηνής ο ενθουσιώδης λόγιος κ. Γαλδέμης και απαγγέλλει υπό την συγκίνησιν του πλήθους ένα ποίημά του <το όνειρον> το οποίον εν καιρώ θέλω δημοσιεύσει, δια να γνωσθή το τάλαντον του νέου αυτού Βαλαωρίτου. Παίζονται κατόπιν η Τραβιάτα, η σερενάτα του Σιλβάρι, το <λιγερό και κοφτερό σπαθί μου>, το Τροβατόρε υπό της ορχήστρας, το οποίον εσκόρπισε ρίγη εις το ακροατήριον και ο κόσμος βουβός ετοιμάζεται δια το Σουβενίρ της Κουμάργιανης, το οποίον ετόνισε ο βαθύς μουσικός κ. Κίτσος και το οποίον ετραύλισαν εις τας χορδάς των βιολίων και η Ναυσικά Μεντή και η Ελένη Καμβουσιώρα και το οποίον εθώπευσε εις τες νότες του πιάνου της η Δνίς Ζαφειρίου, ενώ έξωθεν εμαίνετο το τεχνικό κανόνι και πολυβόλο και υπενθύμιζε δια της φαντασίας του τονιστού την αποφράδα εκείνην ημέραν της φυγής των Σερραίων προς την Κουμάργιανη. Στο τέλος, ο αντιπρόεδρος του συλλόγου κ. Δ. Τζιάθας προσφέρει με ολίγας λέξεις λίγα λουλούδια στα ευγενικά κορίτσια και το πλήθος αποθεώνει και πάλιν αυτά. Ο κ. Τζιάθας απαγγέλλει ένα περιπαθές του Λαμεναί έργον, τον <εξόριστον>, και ο κ. Σγουρός αποθέτει δια του Φάουστ την κορωνίδα της εορτής και το πλήθος απέρχεται με τας καλλιτέρας εντυπώσεις. Συγχαρητήρια εις όλους όσοι ευγενώς ειργάσθησαν δια την ψυγαγωγικήν αυτήν εορτήν» (...).
Πηγές
- Τάκης Καλογερόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής μουσικής, εκδόσεις Γιαλλελή, 2001
