Σαμάρας Φιλίσκος Σπυρίδων
Από Musipedia
(Κέρκυρα 1861 - Αθήνα 1917). Διαπρεπής Επτανήσιος συνθέτης με διεθνή ακτινοβολία. Ο πρώτος Έλληνας μουσικός των Nεότερων Xρόνων, που η φήμη των συνθέσεών του ξεπέρασε τα σύνορα της πατρίδας του. Η επιτυχία που σημείωσαν οι όπερές του στην Ιταλία ήταν τόση, ώστε λέγεται πως απείλησε να επισκιάσει εκείνες του Μασκάνι. Λέγεται επίσης, ότι η περίφημη άρια "Γέλα Παλιάτσο" του Λεονκαβάλλο είναι αντιγραφή δικής του άριας. Άλλωστε, η όπερά του "Φλόρα Μιράμπιλις" προηγήθηκε όλων των γνήσια "βεριστικών" έργων. Έτσι η συμβολή του στη διαμόρφωση του "βερισμού" και ειδικά του "ύφους Πουτσίνι" (με τον οποίο διατηρούσε εγκάρδια αλληλογραφία) κρίνεται όχι μόνο υπαρκτή αλλά και ουσιαστική, γιατί στον Σαμάρα ενυπάρχουν (είτε ως συλλήψεις είτε ως απτές εφαρμογές) όλα όσα χαρακτήρισαν τα κατοπινά αριστουργήματα του μεγάλου Ιταλού συνθέτη. Εκτός αυτών, το μουσικό ύφος του διανθιζόταν και από ελλ. δημοτικά τραγούδια (παρμένα από τις Συλλογές των Μπουργκώ-Ντυκουντραί και Π. Αραβαντινού-«Άραμι» (τον οποίο εκτιμούσε ιδιαίτερα), που συχνά εμφανίζονται με «κοσμοπολίτικο» ένδυμα κι έτσι (εκτός των περιπτώσεων που παρίστανται αυτούσια, όπως στη «Ρέα») δεν είναι πάντα ευχερής η αναγνώρισή τους. Εκ προοιμίου επίσης επιθυμούμε να αναφέρουμε, ότι τα συγχαρητήρια μηνύματα των Τζιορντάνο, Μασκάνι, Πουτσίνι και άλλων σπουδαίων συνθετών που συνόδευσαν τη μεγάλη επιτυχία του αριστουργημα?ικού λυρικού έργου του "Ρέα", πιστοποιούν ότι την εποχή που ο συνθέτης μας (προς μέγιστη τιμή του) ετοιμαζόταν για τον οριστικό επαναπατρισμό του (πλάθοντας οράματα ολοκληρωτικής στράτευσης στη μουσική ζωή του τόπου του, κ.λπ.-κ.λπ.) ήταν ασφαλώς ισότιμος με τους μεγαλύτερους Ιταλούς συνθέτες της Εποχής, παρά τα διάφορα ανεπίτρεπτα υπονοούμενα που διετύπωσαν (φυσικά ομοεθνείς μας, και φυσικότατα ζηλοτυπούντες) για δήθεν κάμψη της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας και για δήθεν αδυναμία μουσικής επιβίωσής του στην Ευρώπη. Αθάνατο Ρωμέικο!... Ο Σπύρος Σαμάρας ήταν παιδί του υποπροξένου Σκαρλάτου Σαμάρα και της Φανής το γένος Courtenay (στο μεταξύ ο Σπ. Ξύνδας, ο οποίος όπως φαίνεται του έδωσε περί το 1871 τα πρώτα μουσικά μαθήματα, εξομολογιόταν ότι ο μικρός Σπύρος ήταν εξώγαμος γιος του, γεγονός που μάλλον ενισχύεται από νεότερες έρευνες του Γ. Λεωτσάκου). Στους πρώτους δασκάλους του και ο διακεκριμένος μουσικός της Κων/πολης Aύγουστος Λομπάρντι. Έκανε τις πρώτες οργανωμένες μουσικές σπουδές του (1874-1882) στο Ωδείο Αθηνών, μαθαίνοντας βιολί με τον Φρ. Βολωνίνη (τον πρεσβύτερο) και θεωρητικά με τον Άγγ. Μασκερόνι και κυρίως, με τον Ερρ. Σταγκαπιάνο (που του δίδαξε και ενορχήστρωση). Η ιδιοφυΐα του ως δημιουργού φάνηκε ήδη από τα νεανικά του χρόνια, όταν συνέθεσε (με βάση το μελόδραμα του Πετρέλλα "Contessa d' Amalfi") το πρώτο του έργο "Φαντασία" για πιάνο (1876, χαμένο). Σε παλιές πηγές διαβάζουμε ότι αυτό το έργο το διηύθυνε ο ίδιος(;) σε συναυλία του Ωδείου (17.6.1876) κι ακόμα ότι το αφιέρωσε στον καθηγητή του Σταγκαπιάνο. Τον ίδιο χρόνο (ή το 1877) αφιέρωσε στη Βασίλισσα μια "Serenata" για πιάνο, ενώ τον επόμενο χρόνο συνέθεσε το "Μελαγχολικαί σκέψεις επί τω θανάτω του λοχαγού Βούρβαχη". Το 1879 διηύθυνε στην Αθήνα μια "Sinfonia" του (δηλ. "ιταλική εισαγωγή για ορχ.", ένα από τα πρώτα μεγάλα έργα του), συνθέτοντας ταυτόχρονα το βαλς "Η νεότης" (για πιάνο) και ένα "Terzetto". Κατά το 1880, πλην διαφόρων ρομαντικών έργων, έγραψε και το "Απόκρεω του 1880" (ένα ονομαστό βαλς, που δημοσιεύτηκε στη Νεάπολη της Ιταλίας). Ιδιαίτερα όμως εκτιμήθηκαν και μάλιστα πολύ αργότερα στο Παρίσι (όπου εκτελέστηκαν σε εκλεκτό ακροατήριο) τα έργα του: "Ave Maria" (για τενόρο και πιάνο) και "Σονάτα" (για βιολί και πιάνο). Κατά τον Θ. Χαντζηπανταζή ("Το κωμειδύλλιο", Αθήναι 1981, Εκδόσεις «Ερμής»), τότε έγραψε με τον Ιωσήφ Καίσαρη τα τραγούδια για την κωμωδία του Βλάση Γαβριηλίδη "Τορπίλλαι" (εκδόθηκαν το 1879). Επίσης, με τον καθηγητή του Σταγκαπιάνο, συνέθεσε το 4πρακτο μελόδραμα "Ολάς" (ή "Ολάο" ή "Ολάφ") σε λιμπρέτο Αντωνίου Φραβασίλη. Σκηνές του έργου εκτελέστηκαν στο Ωδείο Αθηνών. Παράλληλα, όλο αυτό το διάστημα ο Σαμάρας έπαιζε 2ο βιολί σε ορχήστρες θιάσων όπερας. Το 1882 αναχώρησε για ανώτερες σπουδές στο Παρίσι. Εκεί γράφτηκε στο Ωδείο (τάξη Λεό Ντελίμπ) και αργότερα μαθήτευσε στον Μασσνέ. Λέγεται ότι μαθήτευσε και στον Γκουνώ, κάτι που ο ειδικός Γ. Λεωτσάκος θεωρεί απίθανο, παρά τα γνωστούς ασπασμούς του γηραιού Γάλλου "μαιτρ" προς τον Σαμάρα κατά την εκτέλεση της "Kιταράτας" του ("Chitarrata": έργο του Σαμάρα για μαντολίνα, κιθάρες, φλάουτα, όμποε, τσέλα, κοντραμπάσα και κρουστά, που εκτελέστηκε το 1885 στο "Grand concert du Trocadero" ενώπιον πυκνού ακροατηρίου από μεγάλη ορχ. με προσθήκη 20 εκτελεστών μαντολίνου και κιθάρας). Αν και η επιτυχία του στο Παρίσι ήταν μεγάλη και ασφαλώς εξασφάλιζε «υψηλές γνωριμίες», το 1885 ο Σαμάρας αποφασίζει να μεταφέρει την καλλιτεχνική του δραστηριότητα στην Ιταλία. Στο μεταξύ ο ιταλικός μουσικός εκδοτικός Οίκος Ricordi εξέδωσε (1883;) 4 κομμάτια του Σαμάρα με τίτλο "Ανατολικά", ένα από τα οποία εκτελέστηκε με επιτυχία στο Παρίσι (παρ' όλα αυτά, στη συνέχεια και σε όλη του τη σταδιοδρομία ο Σαμάρας συνδεθηκε με τον εκδότη Edoardo Sonzogno, αντίπαλο του Ricordi...). Το 1886 ο 25χρονος Κερκυραίος συνθέτης σημειώνει στο Μιλάνο πραγματικό θρίαμβο με το μελόδραμά του "Φλόρα Μιράμπιλις". Οι κριτικοί εκφράζονται με ενθουσιασμό για το έργο και κατατάσσουν τον συνθέτη του μεταξύ των κορυφαίων δραματικών μουσουργών. Ο θρίαμβος της "Φλόρας" του ανοίγει τις πύλες των μεγαλύτερων μελοδραματικών Θεάτρων της Ιταλίας. Έτσι, το 1888, παίχτηκε στη Ρώμη το μελόδραμά του "Μετζέ", το 1891 στο Μιλάνο η "Λιονέλλα", το 1894 στη Nεάπολη "Η Μάρτυς", το 1895 στο Μιλάνο "Η Δαμασθείσα" Μαινάς" (δηλαδή, «Η Στρίγγλα που έγινε αρνάκι») και στην ίδια πόλη το 1903 η "Ιστορία Έρωτος". Άλλα μελοδράματά του, που παίχτηκαν στην Ιταλία είναι: η "Δεσποινίς ντε Μπελ Ιλ" (Γένοβα το 1905), η "Ρέα" (Φλωρεντία 1908) που σημείωσε μεγάλη επιτυχία και παίχτηκε σε πολλά Θέατρα της Ιταλίας, ενώ στο Βερολίνο κάλυψε στην "Κόμισε Όπερ" ολόκληρη τη θεατρική περίοδο... Απόρροια αυτής της επιτυχίας ήταν το ότι το 1906 η καινούργια του όπερα "Η Ξανθούλα" πρωτοπαίχτηκε στη Γερμανία. Στην Αθήνα οσάκις "ανέβαινε" μελόδραμά του ερχόταν να το διευθύνει ο ίδιος. Επίσης, ήλθε ειδικά στην Αθήνα το 1896, για να διευθύνει στην Τελετή αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων τον "Ολυμπιακό Ύμνο" του. Από το 1911 ο Σαμάρας εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, εγκατελειψε το σοβαρό θέατρο και επιδόθηκε στη σύνθεση οπερετών και επιθεωρήσεων. Ας δούμε όμως το "πώς" και το "γιατί", σε περιεκτικό απόσπασμα του Γ. Λεωτσάκου ("Παγκόσμιο βιογραφικό Λεξικό" της "Εκδοτικής Αθηνών"): "...πολλές αφιερώσεις έργων του Σαμάρα σε μέλη της ελληνικής βασιλικής οικογένειας και φωτογραφίες (Μοτσενίγειο Αρχείο, φάκελλοι 712, 883, Εθνική Βιβλιοθήκη) τεκμηριώνουν στενή φιλία μαζί τους. Εικάζεται βάσιμα ότι ο επαναπατρισμός του συνδέεται με σκέψεις και αυτού ακόμη του Γεωργίου Α' να τον κάμει διευθυντή του Ωδείου Αθηνών, ύστερα από αλλεπάλληλες επικρίσεις του ήδη διευθυντή Γεωργίου Νάζου. Το σχέδιο ναυάγησε εξαιτίας διπλωματικών αδεξιοτήτων του Σαμάρα αλλά και υποστήριξης του Νάζου από πανίσχυρους οικονομικούς παράγοντες. Η ιστορική έρευνα (Γ. Λεωτσάκος) ιχνηλάτησε με άγνωστα ντοκουμέντα την αναμέτρηση Σαμάρα-Νάζου που τερματίστηκε στις αρχές του 1912. Το τρίχρονο ειδύλλιό του με την Άννα Κωνστ. Αντωνοπούλου (γάμος: Δεκ. 1914) και ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος εγκλώβισαν στην Ελλάδα έναν Σαμάρα μόλις προστατευμένο από τις υψηλές του σχέσεις, μεταξύ έχθρας του Νάζου, επιφυλακτικότητας του Καλομοίρη και του ανατέλλοντος Σακελλαρίδη στο χώρο της οπερέτας: για βιοπορισμό συνέθετε 3πρακτες οπερέτες, ωραία μουσική σε πανθομολογουμένως μετριότατα κείμενα, συχνά επίκαιρης προπαγάνδας...". Αυτές οι οπερέτες (που παίχτηκαν με μεγάλη επιτυχία) ήταν οι εξής: "Πόλεμος εν Πολέμω" (1914), "Πριγκίπισσα της Σάσωνος" (1915) και "Κρητικοπούλα" (1916). Ο δαφνοστεφής "μαέστρο", που άλλοτε ζούσε για να εργάζεται, τώρα εργαζόταν για να ζει... Έτσι (εκτός της A' Πράξης) δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την 3πρακτη όπερα "Η Τίγρις" ("La Tigre", σε στίχους του γνωστού από την "Τουραντό" Renato Simone). Εκτός της εξωτικής υφής "Τίγρεως" άφησε επίσης ημιτελή και μια 3πρακτη αστυνομική οπερέτα. Επίσης συνέθεσε: την πατριωτική ωδή "Χαιρετισμός στη Μητέρα Ελλάδα" (σε ποίηση Βαλαωρίτη, για χορωδία και ορχ., 1914), το θούριο «Οι Νικηταί», "Tα Επινίκεια" (sic) για τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους) και αρκετά δημοφιλή τραγούδια για φωνή και πιάνο (τα περισσότερα σε 3μερή φορμα): "Της κοπέλας το νερό", "Μάνα και γιός" (και τα 2 του Δροσίνη)` "Εξομολόγησις", "Ο όρκος μου", "Ειδύλλιον" (και τα 3 του Πολέμη), "Σ' αγαπώ", "Τραγούδι του ξιφομάχου", "Νανούρισμα", "Η Άνοιξις", "Γλυκειά βραδιά", κ.λπ. Σώζονται ακόμη ορισμένα κομμάτια του για πιάνο: "Ισπανικός χορός", "Χαβανέζικη σερενάτα", "Αργό βαλς", "Μονότονος χορός" (πλήρη εργογραφία του συνθέτη θα βρει ο ενδιαφερόμενος στο τεύχος των Γ. Λεωτσάκου-Β. Φιδετζή που συνοδεύει τη "Ρέα": έκδοση ΥΠΠΟ). Είναι αξιοσημείωτο ότι, αν και ο Σαμάρας παίχτηκε σε αρκετά ευρωπαϊκά Κέντρα, ορισμένα έργα του είναι εξαιρετικά δυσεύρετα (ώς χαμένα). Αυτό συνέβη για 5 κυρίως λόγους: α) δεν ήταν «καριερίστας» ώστε να περιφρουρήσει τη δημιουργία του (όπως άλλωστε δεν περιφρούρησε και την προσωπικότητά του). β) το κτίριο με τα αρχεία του Οίκου Sonzogno, που περιείχε και τα μελοδραματικά του "Άπαντα", βομβαρδίστηκε κατά τον Πόλεμο και καταστράφηκε ολοσχερώς, όπως επίσης και ο Οίκος Kahnt της Λειψίας, που είχε εκδώσει ορισμένα έργα του. γ) το θέατρο "Σαν Τζιάκομο" της Κέρκυρας, που επίσης διέθετε τα μελοδραματικά του "Άπαντα", πυρπολήθηκε από τους Γερμανούς στον Πόλεμο (κατά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας). δ) η χήρα του συνθέτη, ανταποκρινόμενη σε σχετική αίτηση του Οίκου Sonzogno, έστειλε περί το 1960 στην Ιταλία ό,τι υπόλοιπο μουσικό υλικό διέθετε, χωρίς να το εξασφαλίσει... ε) τέλος, ας μη ξεχνάμε ότι ο μεγάλος Σαμάρας ήταν Έλληνας και όχι Ιταλός...(ευτυχώς που ορισμένοι εκλεκτοί συμπατριώτες του όπως οι Β. Φιδετζής, Γ. Λεωτσάκος, κ.ά. το θυμούνται και αγρυπνούν). Κατά τα άλλα, στις 12.1.1915 τιμήθηκε με το Βασιλικό Μετάλλιο Τεχνών και Γραμμάτων, ενώ το 1916 εξελέγη πρόεδρος της (αρχικής) Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών (που σύντομα διαλύθηκε). Η Ελλάς έχασε το εκλεκτό αυτό τέκνο της (από το οποίο ανέβλυζαν εμπνευσμένες μελωδίες, ευρηματικές αρμονίες, περίτεχνες ενορχηστρώσεις και μεγαλόπνοοι μουσικοί χειρισμοί των σκηνικών δρωμένων) στις 25 Μαρτίου 1917. Στις 5.5.1918 έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του (που τοποθετήθηκε με κάθε επισημότητα στο κηπάριο μπροστά στο άλλοτε Δημοτικό Θέατρο Αθηνών και αργότερα, τη μετέφεραν και τη "βόλεψαν" σε μια γωνιά του Εθνικού κήπου)` κι αν σήμερα κάποιος (μάλλον απληροφόρητος για το μορφωτικό επίπεδο και την πνευματική προσφορά των ηγητόρων του Ελληνικού Έθνους) τύχει να αναζητήσει μέσα στα όρια του κορυφαίου Δήμου της χώρας την "Οδό Σαμάρα", προς Θεού μην το επιχειρήσει, γιατί θα πικραθεί άδικα (δεν θα τη συναντήσει ούτε καν στο μέγεθος της ατραπού που επιφυλάχτηκε από τους σύγχρονους Αθηναίους στον «Εθνικό» συνθέτη Ν. Μάντζαρο...).
Πηγές
- Τάκης Καλογερόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής μουσικής, εκδόσεις Γιαλλελή, 2001
