Σκαλκώτας Νίκος

Από Musipedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

(Χαλκίδα 1904 - Αθήνα 1949). Ο μέγιστος των Ελλήνων συνθετών με τεράστιο σε ποσότητα και ποιότητα έργο, που όσο εκείνος βρισκόταν στη ζωή έμεινε παραγνωρισμένο και ανεκτέλεστο, παρότι συμπύκνωνε ιδανικά αφ’ ενός τόσο την ελλ. «Εθνική Σχολή» («Τριανταέξη Ελληνικοί Χοροί») όσο και την «Τονική μουσική» («Κλασική Συμφωνία») αφ’ ετέρου ολόκληρη την παγκόσμια Σύγχρονη μουσική της εποχής του (ώς τις πιο ακραίες και πρωτοποριακές συλλήψεις της). Επίσης, διακεκριμένος βιολιστής με ύψιστες ελλ. και διεθνείς περγαμηνές, που ατυχώς ποτέ δεν βρήκε τη θέση που του άρμοζε στην καλλιτεχνική ιεραρχία της εγκληματικά αμέριμνης πατρίδας του και έτσι επί 16 συναπτά έτη, από το 1933 ώς τον απίστευτο θάνατό του στις 20 Σεπτεμβρίου 1949 (από περίσφιξη κήλης που παραμελήθηκε) μετείχε για λόγους βιοπορισμού στις τότε αθηναϊκές συμφωνικές ορχ. ως βιολιστής «της σειράς»...Ανήκοντας στους πραγματικά σπουδαίους της Ανθρωπότητας («ωραίος σαν Έλληνας») πήγαινε αθόρυβα και καθόταν πάντα στο τελευταίο αναλόγιο των ορχηστρών που εργαζόταν (στην ΚΟΑ, αλλά και στις ΣΟ του ΕΙΡ και της ΕΛΣ) παραδίδοντας αλυσιτελή μαθήματα σεμνότητας, αξιοπρέπειας και συναδελφικότητας, αυτός που κανένας Έλληνας μουσικός δεν μπορούσε να τον συναγωνιστεί, γιατί εκτός από βιολί έπαιζε και εξαίρετο πιάνο και διέθετε--σημειωτέον--τις σπάνιες ικανότητες της απόλυτης ακοής και της φωτογραφικής μνήμης (διηγούνται ότι μπορούσε να γράψει κάθε στιγμή όλα του τα έργα από μνήμης...). Τον Οκτώβριο του 1949 ο Μίνως Δούνιας έγραψε «post mortem» τα εξής: «Ποιας μορφής ήταν η πνευματική σύγκρουση που έζησε ο Σκαλκώτας όταν επέστρεψε στα 1933 στη Μητέρα Ελλάδα, δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω. Όταν τον ξανασυνάντησα εδώ στας Αθήνας, έπειτα από τριετή χωρισμό, βρέθηκα προ ενός ανθρώπου ψυχικά τραυματισμένου ανεπανόρθωτα, παραγκωνισμένου, υποχρεωμένου να ζη κάτω από τη σκιά μικρών ταλέντων και την πίεση μιας βιοπάλης σκληρής και αδυσώπητης. Θαυμάζει κανείς πως αυτός ο καλλιτέχνης, που γνώρισε τόσες τιμές στο μεγαλύτερο ίσως τότε μουσικό κέντρο της Ευρώπης, εδώ, στον μικρό τόπο που τον γέννησε, βρέθηκε ξαφνικά στο περιθώριο. Όσο κι αν παραδεχθούμε ότι η επαναστατική τεχνοτροπία του Schoenberg, που ακολουθούσε σε γενικές γραμμές ο Σκαλκώτας, ήταν ίσως ξένη προς την ελληνική ιδιοσυγκρασία, παραμένει εκπληκτικό το γεγονός ότι οι μουσικοί ηγέται και τα καλλιτεχνικά ιδρύματα του τόπου μας τόσο λίγο ενδιαφέρθηκαν να προσφέρουν πνευματική υποστήριξη, θετική, ουσιαστική βοήθεια σ' ένα ταλέντο τόσο ιδιότυπο, το σπανιώτερο ίσως που έχει αναδείξει ως τώρα ο τόπος μας. Ο ίδιος δεν ανήκε στην τάξη των επιτηδείων, ούτε εκείνων που κατέρχονται στον αγώνα με το σπαθί στο χέρι. Δεν επολέμησε για την επιβολή της τέχνης του. Από την πρώτη επαφή με την ελληνική καλλιτεχνική πραγματικότητα, έπειτα από την πρώτη αντίδραση του παγερού περιβάλλοντος, εγκατέλειψε αποκαρδιωμένος τον αγώνα και κλείστηκε στον εσωτερικό του κόσμο, μακριά από κάθε μάταιη επιδίωξη. Ωστόσο δεν έτρεφε κακία για κανένα. Ποτέ μου δεν τον άκουσα να επικρίνη συναδέλφους του, αντίθετα για όλους, και τους πιο ασήμαντους ακόμη, είχε να πη έναν καλό λόγο» (...). Με τέτοιον ευγενή και υποχωρητικό χαρακτήρα, ήταν επομένως μοιραίο να ζήσει ο Σκαλκώτας στην αφάνεια, συνθέτοντας αδιάκοπα και ανεξάρτητα με τις πιθανότητες εκτέλεσης ή έκδοσης των έργων του, το δε σύνολο της δημιουργίας του να παραμείνει άγνωστο, ανέκδοτο και ανεκτέλεστο ενόσω ζούσε (απομονωμένος και από τις διεθνείς εξελίξεις). Ο όγκος και ο πλούτος των συνθέσεών του «ανακαλύφθηκε» μετά θάνατον, όταν μια συντροφιά εκλεκτών μουσικών και φιλοτέχνων ασχολήθηκε με την περισυλλογή των χειρογράφων του και την προσπάθεια έκδοσης και διάδοσης του έργου του. Έτσι, στη διάρκεια των τελευταίων 50 ετών, από τα 170 και πλέον έργα που υπολογίζεται ότι συνέθεσε, άνω των 110 (που όμως αντιπροσωπεύουν περί τις 6.500 σελίδες παρτιτούρας και το 80% του συνολικού όγκου της παραγωγής του) έχουν ευτυχώς διασωθεί στο «Αρχείο Σκαλκώτα» στην Αθήνα και είναι στη διάθεση των ενδιαφερομένων. Την έκδοση των πρώτων έργων του από την «Universal» (1953) ακολούθησε η παρουσίασή τους στο εξωτερικό («Μπιεννάλε» Βενετίας, «Νόυες Βέρκ» Αμβούργου, κ.ο.κ.), η δε διεθνής κριτική χαιρέτησε την «ανακάλυψη» του Σκαλκώτα ως μουσικό γεγονός μεγάλης σημασίας, τοποθετώντας τον μεταξύ των «μεγαλυτέρων μουσικῶν φυσιογνωμιῶν τῆς ἐποχῆς μας» και αφιερώνοντας εκτενή σχόλια, άρθρα και λήμματα στα διεθνή μουσικά περιοδικά και τα λεξικά για τη μεστή και πρωτότυπη δημιουργία του («Ένας Μότσαρτ του καιρού μας»--W. Busch: «Musica» 1956, «Η Ελλάς παρήγαγε συνθέτη πρώτης σειράς»--R. Forte: «Il Mattino» Napoli 1959, «Μια μεγαλοφυία κατά τη γνώμη μου»--Hans Keller: «Radio Times» 1963, «Mια ηφαιστιακή ιδιοφυία»--Η.Η. Stuckenschmidt: «Frankfurter Allgemeine» 1969), κ.λπ., κ.λπ... Έτσι σήμερα, η μνεία και μόνο του «ιερού» ονόματος του προκαλεί τον σεβασμό των «επαϊόντων» της Υφηλίου, ενώ για ορισμένους συμπατριώτες του αποτελεί και ένα είδος ικετήριας σπονδής προς τη Ρέα, μήπως και γεννήσει επιτέλους εκείνον που θα σταματήσει τον αδηφάγο Κρόνο από τις καννιβαλικές του επιδόσεις κατά του Ελληνισμού. Παραείναι πολλά τα θεϊκά ταλέντα που κατασπαράχτηκαν σε τούτον τον τόπο... Ο Νίκος Σκαλκώτας καταγόταν από μουσική οικογένεια. Ο πρόππαπός του Αλέξανδρος ήταν ονομαστός λαουτιέρης από τον Πύργο (Πάνορμο) της Τήνου. Μουσικοί όμως έγιναν και οι 2 εγγονοί του, που εγκαταστάθηκαν στη Χαλκίδα και εντάχθηκαν στην τοπική Φιλαρμονική: ο Αλέξανδρος Ν. Σκαλκώτας (πατέρας του συνθέτη) που ήταν αυτοδίδακτος μουσικός (έπαιζε φλάουτο και άλλα όργανα στη Φιλαρμονική, ενώ παρέδιδε ιδιωτικά μαθήματα σε αρχοντικές οικογένειες) και ο Κώστας Ν. Σκαλκώτας, επίσης αυτοδίδακτος, που έπαιζε κι αυτός πολλά όργανα (κυρίως βιολί), ανέλαβε μια εποχή τη διεύθυνση της Φιλαρμονικής και ήταν εκείνος πού έδωσε τα πρώτα μαθήματα σολφέζ και βιολιού στον χαρισματικό ανιψιό του (βλ. και στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: «Φιλαρμονικές»--Χαλκίδα). Αυτά τα «οικογενειακά» μουσικά μαθήματα έγιναν μετά το 1909 στην Αθήνα (όπου είχε εγκατασταθεί η οικογένεια ήδη από το 1906) και διήρκεσαν ώς το 1914, όταν ο δεκαετής Νίκος γράφτηκε στο Ωδείο Αθηνών και σπούδασε βιολί με τον Τ. Σούλτσε. Απεφοίτησε το 1920 με Α΄ βραβείο και χρυσό Μετάλλιο «Ιφιγενείας και Ανδρέου Συγγρού». Στις 27 Σεπτεμβρίου 1920 έδωσε αξιομνημόνευτο ρεσιτάλ στο Θέατρο «Roi Georges» της Θεσ/νίκης, προσκεκλημένος του Απ. Κονταράτου. Μετά από λίγο εξασφάλισε «Αβερώφειο υποτροφία» και το 1921 εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο, όπου μελέτησε βιολί με τον Βίλλυ Ες στην εκεί Μουσική Ακαδημία. Τότε στο Βερολίνο παρεπιδημούσαν, μεταξύ άλλων σπουδαίων Ελλήνων καλλιτεχνών, και οι συμμαθητές του στο Ωδείο Αθηνών Δημ. Μητρόπουλος και Κ. Μυλωνάς, ο Γ. Κωνσταντινίδης, η Μ. Πέρρα, ο Τ. Ξηρέλλης, η Κ. Παξινού και το ζεύγος Αντωνίου και Αικατερίνης Σκόκου. Οι τελευταίοι υπήρξαν επιστήθιοι φίλοι του και έδωσαν μαζί πολλές συναυλίες δωματίου και «χάππενινγκς» (διαθέτουμε στο Αρχείο μας αρκετές φωτογραφίες από τις «μουσικές βραδιές» που διοργάνωναν τότε οι Σκόκοι με τον Σκαλκώτα). Όλες αυτές οι συναναστροφές καθώς και η γνωριμία του με τους πρωτοποριακούς μουσικούς κύκλους του Βερολίνου του προκάλεσαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη σύνθεση και μαθήτευσε διαδοχικά στους: Πάουλ Γιουόν (1923-25), Ρόμπερτ Κάαν (1923-25), Κουρτ Βάιλ (1924-25; ή 1928-29;), Φίλιπ Γιάρναχ (1925-27) και στον ίδιο τον «πατριάρχη της δωδεκάφθογγης σύνθεσης» Άρνολντ Σαίνμπεργκ (1927-31), ο οποίος τον εκτιμούσε ιδιαιτέρως (και σε κατοπινό του σημείωμα στο οποίο αναφέρει ονομαστικά ως ολοκληρωμένους συνθέτες 8 και μόνο από τους εκατοντάδες μουσικούς που δίδαξε, το όνομα του Σκαλκώτα τοποθετείται τρίτο, μετά τον Άντον Βέμπερν και τον Άλμπαν Μπεργκ...). Φαίνεται πως τα πρώτα αξιομνημόνευτα έργα του, που δημιουργήθηκαν κατά τα τέλη του 1923-αρχές του 1924, έτυχαν από την πρώτη στιγμή ευνοϊκής κριτικής κι αυτό ήταν αποφασιστικό κίνητρο (ή πρόφαση...) για να ωθηθεί ο Σκαλκώτας προς την αληθινή του κλίση, που έμελλε να τον αφήσει αθάνατο. Στο μεταξύ, το 1928, πήρε νέα υποτροφία (από τον Εμμ. Μπενάκη) που του επέτρεψε να συνεχίσει απρόσκοπτα σπουδές στη Γερμανία και να σταματήσει να παίζει για βιοπορισμό σε ορχήστρες καφενείων και κινηματογράφων, όπως συχνά ώς τότε έκανε. Στο τέλος της δεκαετίας του 1920 ο Σκαλκώτας είχε ήδη εξελιχθεί σε σημαίνουσα μουσική προσωπικότητα της γερμανικής πρωτεύουσας, έχοντας συνθέσει αρκετά έργα, ορισμένα από τα οποία είχαν εκτελεστεί από μαθητές του Σαίνμπεργκ και από πρωτοποριακούς καλλιτέχνες στη Singakademie και αλλού. Σε σύντομο ταξίδι του στην Ελλάδα, διηύθυνε την 1η από τις «Λαϊκές Συναυλίες» της περιόδου 1930-31, παρουσιάζοντας μάλιστα και έργο του (χωρίς όμως επιτυχία). Επέστρεψε οριστικά στην Αθήνα τον Μάιο του 1933, τρομοκρατημένος από την άνοδο του Ναζισμού, τη φυγή του Σαίνμπεργκ και τον διωγμό που τότε εξαπολύθηκε κατά της πρωτοπορίας. Αισθάνθηκε κίνδυνο και «δραπέτευσε» άρον-άρον από το Βερολίνο, εγκαταλείποντας τα προσωπικά του αντικείμενα και τα πλείστα των χειρογράφων του («μερικά από τα οποία» γράφει η Αλ. Συμεωνίδου «βρέθηκαν αργότερα στο παλαιοπωλείο Ohmann του Βερολίνου και αγοράστηκαν εκ μέρους του Αρχείου Σκαλκώτα: το «Οκτέτο», το «Κοντσέρτο αρ. 1 για πιάνο και ορχ.», κ.λπ.). Αλλά και στην πατρίδα του συνάντησε αντιπάθεια και εχθρότητα, έτσι ώστε σύντομα κλείστηκε στον εαυτό του και απομονώθηκε από τον έξω κόσμο (που εν πολλοίς λοιδωρούσε τα «ακαταλαβίστικα» έργα του) βρίσκοντας μοναδικό καταφύγιο στη σύνθεση. Εκείνοι που τον γνώριζαν υποστηρίζουν ότι η ψυχολογία του είχε τότε μεταβληθεί και ότι η έμφυτη ευθυμία και αισιοδοξία που τον χαρακτήριζαν είχαν αντικατασταθεί από μελαγχολία, εσωστρέφεια και μόνιμη απαισιοδοξία, που την αποδίδουν στον μη φιλικό καλλιτεχνικό περίγυρο, στα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, αλλά και στην άτυχη κατάληξη (1931) του δεσμού του με τη βιολονίστα συμφοιτήτριά του Ματίλντε Τέμκο, με την οποία συζούσε στο Βερολίνο και απέκτησαν 2 παιδιά (οι βιογράφοι του Σκαλκώτα, γράφουν ότι επέζησε μόνο το δεύτερο: μια κόρη, όμως ο αείμνηστος Μ. Καρύδης μας διηγήθηκε κάποτε ότι είχε συναντήσει και τα 2 παιδιά του Σκαλκώτα --είχε μιλήσει για 2 κόρες-- ως μέλη μιας ΣΟ που είχε διευθύνει --σε Σκανδιναυία;...Ισραήλ;...Ολλανδία;...δυστυχώς δεν μπορώ να θυμηθώ-- και μάλιστα ότι εκείνες του έδωσαν γνωριμία, όταν έμαθαν ότι είναι Έλληνας). Το 1940 συνέγραψε πραγματεία για την «Τεχνική της Ενορχηστρώσεως, με χρήση παραδειγμάτων» (που μένει ακόμα ανέκδοτη, αν και η σημερινή έκδοσή της--άποψη που αποκτήσαμε ήδη από το 1972 που τη διατρέξαμε--θα έχει ιστορική και μόνο άξια, γιατί τα τεχνικά της στοιχεία--60 χρόνια μετά την εποχή της--είναι πια «κοινό κτήμα»). Επίσης, στο τέλος Μαΐου του 1944, φυλακίστηκε από τους Κατακτητές στο Χαϊδάρι (παρά τη γερμανική του κουλτούρα) και έμεινε εκεί ώς τα μέσα Ιουλίου. Γνωρίζουμε ότι ως έγκλειστος συνέθεσε ορισμένα έργα (χαμένα), αλλά δεν έχουν ακόμη διακριβωθεί οι λόγοι αυτής της σύλληψης κι αν τυχόν σχετίζονται με συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση. Το 1946 παντρεύτηκε την πιανίστα Μαρία Παγκαλή με την οποία απέκτησε δυο γιους: τον Αλέκο (ο οποίος δυστυχώς δεν ζει πιά...) και τον γνωστό διεθνή «μαιτρ» του σκακιού Νίκο Σκαλκώτα (ο οποίος γεννήθηκε τη μέρα του θανάτου του πατέρα του). Ο Σκαλκώτας χρησιμοποιεί το δωδεκάφθογγο σύστημα αυστηρά μεν, αλλά πολλές φορές σε εντελώς ιδιοσύστατη εφαρμογή, που διαφέρει σημαντικά από τον «κλασικό σειραϊσμό» της 2ης Βιεννέζικης Σχολής. Πολλά έργα του εμφανίζουν αυτόν τον «ιδιότυπο δωδεκαφθογγισμό», αν και μετά το 1938 ο συνθέτης εργάστηκε προσανατολισμένος σε πιο ελεύθερες και σύνθετες τεχνικές, που ελάχιστα σχετίζονταν με τα ώς τότε καθιερωμένα ατονικά πρότυπα. Σε γενικές γραμμές, ο Σκαλκώτας, πέρα από τα αριστουργήματα τονικής μουσικής που κατέλιπε και μάλιστα κατά την τελευταία δημιουργική του περίοδο, εμφανίζεται κυρίως ως ο οραματιστής μιας καινούργιας στάσης προς τη μουσική δημιουργία. Με την εκπληκτική και ιριδίζουσα ενορχήστρωσή του ζωογονεί πολυδιάστατους σχηματισμούς, ατέρμονες πολύφθογγες στήλες, επιβλητικούς ηχητικούς όγκους σε «πολυσειραϊσμό» και λοιπές αξιοθαύμαστες χρωματικές «κυτταρικές» επινοήσεις σε επάλληλες παραλλασσόμενες δομές, οι οποίες με εγκεφαλικότητα και διαφάνεια όχι μόνο επιτρέπουν στον εξοικειωμένο με την σύγχρονη μουσική τη στενή παρακολούθηση της αλληλοδιαπλοκής, του «επαμφοτερισμού» και της «αλληλοαφομοίωσής» τους, αλλά και εμπεριέχουν όλες τις μετέπειτα εκφάνσεις των νέων ηχοχρωμάτων και των ηχητικών τολμηροτήτων που επεφύλασσε η εξέλιξη του μουσικού «γίγνεσθαι» (ακόμη και ακούσματα παραπλήσια ηλεκτρονικής μουσικής!). Συγχρόνως, το ιδιαιτέρως εκφραστικό και «πολυμήχανο» ύφος του, μεταχειρίζεται από μορφολογική άποψη κλασικές μορφές σε εξαιρετικά έντεχνη επεξεργασία (σονάτα, φουγκάτο, παραλλαγές, τριμερή φόρμα, κ.λπ.) που υποτάσσουν και τελικά αναδεικνύουν ιδανικά την προεκτεθειμένη πλούσια και πολυδαίδαλη υφή της--συχνά ωθημένης ώς τον αλεατορισμό--σκαλκώτειας τεχνοτροπίας. Παρ’ όλα αυτά, όπως γράφει ο Γ. Λεωτσάκος: «Στην Ελλάδα παραμένει ουσιαστικά άγνωστος ή παρερμηνευμένος ακόμη και για τους μουσικούς: ορισμένοι κύκλοι της μουσικής πρωτοπορίας χρησιμοποιούν το όνομά του για να υπαινιχθούν ότι η έντεχνη ελληνική μουσική αρχίζει ουσιαστικά με τον Σκαλκώτα, απορρίπτοντας ό,τι προϋπήρξε. Σχοινοτενείς διαλέξεις-συναυλίες και πλήθος ευκαιριακών κειμένων με ατεκμηρίωτες πληροφορίες, πληθώρα υπερθετικών, άχρηστα στατιστικά στοιχεία (λ.χ. από πόσες χιλιάδες μέτρα αποτελούνται τα χαμένα έργα του) κ.λπ. αμαύρωσαν την προσπάθεια του μουσικολόγου Γ. Γ. Παπαϊωάννου που περισυνέλεξε το έργο του, μόχθησε να το διαδώσει (εκδίδεται σταδιακά από τον οίκο Universal, Βιέννη) και συνέταξε τον πρώτο κατάλογό του, εξαιρετικά όμως στρυφνό και δύσχρηστο. Έτσι, αποσιωπήθηκε το ότι περί το τέλος της ζωής του ο Σκαλκώτας έτεινε να εγκαταλείψει τον "ερμητισμό" του (αναπόληση ευτυχισμένων χρόνων στην προχιτλερική μουσική Γερμανία και, μαζί, έμμεση απόρριψη μιας εχθρικής Ελλάδας;) που τον οδήγησε στα σφάλματα του Σαίνμπεργκ: δυσαφομοίωτη από τον ακροατή "πυκνότητα πληροφοριών" ανά μονάδα χρόνου ("4η Σονατίνα" για βιολί και πιάνο). Πράγματι συνέθεσε αρκετά τονικά έργα, ευκολότερα προσεγγίσιμα: την τεράστια "Κλασική συμφωνία" (1947), τη θαυμάσια, άγνωστη ακόμη "Συμφωνιέτα" (1948), ακόμη και το απλοϊκό, βιαστικά γραμμένο "Κοντσερτίνο για πιάνο" (1948)». Προσωπικά (και παρά το ότι έχουμε κυκλοφορήσει δίσκο με μεταγραφές 12 ελλ. χορών του Σκαλκώτα--ως προϊόν 5ετούς σχετικής ενασχόλησής μας, κατά την οποία δεινοπαθήσαμε για να διορθώσουμε τα λάθη της τυπωμένης στις μέρες μας από ανυποψίαστους επιμελητές παρτιτούρας) ομολογούμε ότι δεν γνωρίζουμε (μαζί με πολλούς που θα το επιθυμούσαν) το εκτός δισκογραφίας μέρος του σκαλκωτικού έργου (και σ’ αυτό ευθύνονται, υποπτευόμαστε, εκτός από τους ανύπαρκτους κρατικούς «αρμοδίους» και οι επί δεκαετίες διαχειριστές του Αρχείου Σκαλκώτα). Έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να αναδημοσιεύσουμε ακρίτως τον Κατάλογο με τα έργα του μεγάλου συνθέτη (που λέγεται ότι μπορούν σε γενικές γραμμές να ταξινομηθούν σε 3 Περιόδους: Α΄ 1927-38: αυστηρά δωδεκάφθογγη, διαφανής και λεπτοφυής, Β΄ 1938-45: με έργα μεγάλων διαστάσεων ή συλλογές σύντομων συνθέσεων θερμότερης-ηρωϊκότερης διάθεσης και Γ΄ 1946-49: με έργα σκυθρωπότερα-δραματικότερα καθώς και τονικά έργα κατά τα προεκτεθέντα): I) Σκηνικά-Χορευτικά: «Με του Μαγιού τα μάγια», «Η Λυγερή και ο Χάρος» μπαλέτο για μεγάλη ορχ. (1938, υπάρχει και για μικρή ορχ.), «Ηχώ» μικρό χορευτικό κομμάτι για ορχ. (1946, υπάρχει και για άρπα ή πιάνο), «Χορευτική Σουίτα» για μικρή ορχ. σε 12 Μέρη (1947), «Τα Παγανά» για ορχ. ή πιάνο σε θέματα του Μπέλα Μπάρτοκ (1939-47), «Χορευτική Σουίτα» σε 4 Εικόνες (1948), «Χορευτική Σουίτα» για μικρή ορχ. σε 6 Μέρη (1943-49, σώζεται μόνο η αναγωγή για πιάνο), «Η Θάλασσα» μπαλέτο σε 11 Μέρη (1949). II) Ορχηστρικά (α. Ατονικά-δωδεκάφθογγα): «Κοντσέρτο για ορχ. πνευστών» (1929), «Κοντσέρτο για πιάνο, βιολί και ορχ.» (περί το 1930, χαμένο), 3 Κοντσέρτα για πιάνο («αρ. 1»--1931, «αρ. 2»--1937-38, «αρ. 3»--1938-39 για πιάνο και 10 πνευστά), «Κοντσερτίνο για 2 πιάνα» (1935), «Κοντσέρτο για βιολί» (1937-38, έργο που θα πρέπει να τοποθετηθεί επικεφαλής της σχετικής φιλολογίας, όχι μόνο γιατί ο ιδιοφυής δημιουργός του τυχαίνει να είναι και κορυφαίος βιολιστής, αλλά και γιατί παραιτείται αυτού του πλεονεκτήματός και δεν επιδιώκει τον συνήθη σολιστικό εντυπωσιασμό!), «Κοντσέρτο για τσέλο και ορχ. (1937-38, χαμένο), «Κοντσερτίνο για όμποε και ορχ.» (1939, υπάρχει και για όμποε-πιάνο), «Κοντσέρτο για βιολί, βιόλα, πνευστά, άρπες, κοντραμπάσα και κρουστά» (1939-40), «Δέκα Σκίτσα για έγχορδα» (1940), «Κοντσερτίνο για τρομπέτα και ορχ. (1941-43, υπάρχει και για τρομπέτα-πιάνο), «Κοντσέρτο για κοντραμπάσο» (1942-43), «Κοντσέρτο για 2 βιολιά και ορχ.» (1944-45, το μέρος της ορχ. σε πιάνο), 2 Συμφωνικές σουίτες για μεγάλη ορχ. («αρ. 1»--1929, χαμένη, αλλά ξαναγράφτηκε «από μνήμης» το 1935, «αρ. 2»--1944, αναθεωρήθηκε το 1946 και το 49), «Η επιστροφή του Οδυσσέα» εκτενής Εισαγωγή θεωρούμενη ως η «πεμπτουσία» του έργου του. Υπάρχει και σε μεταγραφή για 2 πιάνα (1942-43), «Μικρή σουίτα» για ορχ. εγχόρδων (1942. Υπάρχει άλλη μία «Μικρή Σουίτα» για βιολί και ορχ. εγχόρδων, γραμμένη περί το 1930 και χαμένη). (β. Τονικά): «Κλασική συμφωνία» σε Λα μείζονα για πνευστά, κοντραμπάσα, άρπες και κρουστά (1947), «Αρχαίο ελλ. Εμβατήριο» για ορχ. δωματίου (1947, υπάρχει και για ορχ. πνευστών: 1948), «Συμφωνιέτα» σε Σι ύφεση μείζονα (1948), «Κοντσερτίνο για πιάνο» σε Ντο μείζονα (1948), "Νυχτερινό-Ντιβερτιμέντο" σε Ντο μείζονα για ξυλόφωνο και ορχ. (1949). ΙΙI) Μουσική δωματίου (όλα ατονικά ή δωδεκάφθογγα): «Σονάτα» για σόλο βιολί (1925), «Τρίο αρ. 2» για βιολί, βιόλα, τσέλο (1935. Το «αρ. 1», του 1923-24, είναι χαμένο), 4 Κουαρτέτα εγχ. («αρ. Ι»--1928, «αρ. 3»--1945, «αρ. 4»--1940. Το «αρ. 2», γραμμένο το 1929, είναι χαμένο όπως χαμένα είναι: ένα «Κουαρτέτο» γραμμένο το 1923-24 και το «Εύκολο Κουαρτέτο εγχ.» γραμμένο το 1929), «Οκτέτο» για 4 ξύλινα πνευστά και 4 έγχορδα (1931), «Κομμάτι για 8 ξύλινα πνευστά ή Διπλό Κουαρτέτο εγχ.» (1931, χαμένο), «Τρίο εγχόρδων» (1935), «Τρίο» για πιάνο-βιολί-τσέλο (1936), «Σκέρτσο» για πιάνο και κουαρτ. εγχόρδων (1936), «8 παραλλαγές πάνω σ' ένα ελλ. θέμα» για πιάνο-βιολί-τσέλο (1938), «Ντούο» για βιολί-βιόλα (1938), "2 Κουαρτέτα" για όμποε-φαγκότο-τρομπέτα-πιάνο (1940-42), «Σονάτα κοντσερτάντε» για φαγκότο-πιάνο (1943),. Έργα για βιολί-πιάνο: 4 Σονατίνες: «αρ. 1» (1929, μόνο το β' Μέρος), «αρ. 2» (1929), «αρ. 3» (1935), «αρ. 4» (1935), «Εμβατήριο των μικρών στρατιωτών» (1936), «Ρόντο» (1936), «Νυ-χτερινό» (1936), «Μικρό χορικό και φούγκα» (1936), «Σκέρτσο και Μενουέτο καντάντο» (1939), «Γκαβότα» (1939), «Σονάτα αρ. 2» (1940. Η «αρ. 1», γραμμένη το 1929, είναι χαμένη), 2 Μικρές Σουί-τες: «αρ. 1» (1946), «αρ. 2» (1949). «3 ελλ. λαϊκά τρα-γούδια» (αχρονολόγητο). Έργα για τσέλο-πιάνο: «Σουίτα» (1938, χαμένη), «Σονάτα» (1938-39, χαμένη), «Λάργκο» (1941-42), «Μικρή σερενάτα» (1945), «Μπολερό» (1945), «Σονατίνα» (1949), «Τρυφερή μελωδία» (1949). ΙV) Πιάνο (ατονικά-δωδεκάφθογγα): 2 Σουίτες για 2 πιάνα (1924), «Σονατίνα» (1927), «15 μικρές παραλλαγές» (1927), 4 Σουίτες («αρ. 1» --1936, «αρ. 2» --1940, «αρ. 3» --1941, «αρ. 4» --1941), «32 Κομμάτια» (1940), «4 σπουδές (1941), «Το τραγούδι του Κλήδονα» (1947), «Καραγκούνα» (1947), «Πομπή προς τον Αχέροντα» (1948). V) Φωνητικά (α. Τραγούδια): «Ο Αλή Πασάς» (1932), «Άστραψε η Ανατολή» (1932), «Κάποτε» (1938), «Το φεγγάρι» (1940), «Νανούρισμα» (για φωνή και κιθάρα, 1941), «16 Τραγούδια» σε ποίηση Χρ. Έσπερα (ψευδώνυμο του Χρυσού Ευελπίδη) για μεσόφωνο-πιάνο (1941), «Μουσική» (1946), «Αμμουδιά» (1946), «Μη με δέρνεις μάνα» (ροδίτικο δημοτικό για τενόρο και σοπράνο με συνοδεία πιάνου, αχρονολόγητο). Επίσης: «Δέσπω», «Η λαφίνα», «Διαμαντούλα μ’», «Κάποιες στιγμές», «Ό,τι θέλει η μάνα σου» (όλα χαμένα). (β. Χορωδιακά): «Ο άγνωστος στρατιώτης» του Ρ. Στάιν για χορωδία και ορχ. (1929, χαμένο), «Σού ’πα μάνα πάντρεψέ με» και «Καραγκούνα» (και τα 2 για 3φωνη γυναικεία χορωδία a cappella, 1941). Έγραψε επίσης τη μουσική για τη ραδιοφωνική παράσταση του «Ερρίκου του 5ου» (1948, χαμένο) και επεξεργάστηκε πλήθος ενορχηστρώσεων, μεταγραφών και διασκευών. Οι Α' εκτελέσεις έργων του από την ΚΟΑ: «Χορευτική Σουίτα» (23.3.1947, Γ. Λυκούδης), «4 Εικόνες» (2.5.1949, Θ. Βαβαγιάννης), «10 Σκίτσα για έγχορδα» (13.4.1949, Α. Παρίδης), «Με του Μαγιού τα μάγια» (2.11.1952, Walter Goehr), «Largo Sinfonico» (2.11.1952, Walter Goehr), «Μικρή Σουίτα για εγχ.» (16.1.1955, Φ. Οικονομίδης), «36 Ελληνικοί Χοροί» (28.1.1997, Β. Φιδετζής), «Κοντσέρτο αρ. 4 για πιάνο και ορχήστρα (18.11.1999, Β. Φιδετζής). Ο Γιώργος Δεμερτζής και το Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο ηχογράφησαν το σύνολο της μουσικής του Ν.Σ. για βιολί και κουαρτέτο εγχόρδων.
(Για περισσότερα: «Η Εικοσαετηρίδα του Ν. Σκαλκώτα» του Γ.Γ. Παπαϊωάννου--«Εταιρεία Ευβοϊκών Σπουδών» 1969, το λήμμα «Skalkottas N.» του J. Thornley στο «Τhe New Grove Dictionary of Music and Musicians, 1980», το λήμμα του Γ. Λεωτσάκου στο «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό» της «Εκδοτικής Αθηνών», τα εξειδικευμένα βιβλία του άοκνου ερευνητή του σκαλκωτικού έργου Κ. Δεμερτζή: «Ο Ν. Σκαλκώτας ως συνθέτης έργων για σόλο πιάνο» --Έκδοση Βιβλιοθήκης Χαλκίδας 1991-- και «Η Σκαλκωτική ενορχήστρωση» --1998, το άρθρο του Θ. Ταμβάκου στην Εφημερίδα «Νέοι Αγώνες Ηπείρου» --8.2.1994, το οικείο λήμμα στο «Λεξικό Ελλήνων Συνθετών» της Αλ. Συμεωνίδου --Εκδόσεις «Φ. Νάκας» 1995, και το οξύτατο --αλλά πέρα για πέρα αληθινό, βαθυστόχαστο και συμπυκνωμένο-- πρόσφατο βιβλίο του Χ. Βρόντου «Για τον Νίκο Σκαλκώτα» Εκδόσεις «Νεφέλη» 1999).

[επεξεργασία] Πηγές