Σκιαδαρέσης Σπύρος

Από Musipedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

(Αργοστόλι 1904-Αθήνα 1967). Διακεκριμένος Κεφαλλονίτης μουσικός, μουσικολόγος και λογοτέχνης. Διδάχτηκε στην Αθήνα μουσική από τους Ν. Λάβδα και Δ. Λαυράγκα. Σπούδασε ανώτερα θεωρητικά-μαντολίνο στο Ωδείο "Αθηναϊκής Μαντολινάτας", παίρνοντας δίπλωμα με Άριστα το 1928. Υπήρξε μέλος του Κουαρτέτου Αθηναϊκής Μαντολινάτας. Έπαιζε "μαντόλα" ή "μαντόρα" (είδος μεγάλου μαντολίνου της οικογενείας του λαούτου με 4 διπλές χορδές). Συνέχισε τις σπουδές του στην μουσικολογία, σύνθεση και ενορχήστρωση στρατιωτικής μουσικής στην "École Normale de Musique" του Παρισιού με καθηγητές την Nadia Boulanger και τον Pierre Dupont. Από την Σχολή αυτή πήρε δίπλωμα Αρμονίας το 1932. Ασχολήθηκε κυρίως με τη μουσική και τα όργανα του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης. Στο Παρίσι, παράλληλα με τις μουσικές του σπουδές και με τη διεύθυνση της ορχ. «μπαρόκ» που είχε ο ίδιος σχηματίσει, καλλιέργησε και το λογοτεχνικό του ταλέντο, που αργότερα φανερώθηκε στα βιβλία του, πηγαίο, γλαφυρό, όλο χιούμορ και καλλιέπεια (δείγμα της έξοχης γραφής του υπάρχει στη συνέχεια). Διατέλεσε καθηγητής της Μέσης Εκπαίδευσης (1937-1963). Επίσης μουσικός συνεργάτης του ΕΙΡ (1947-1962), όπου, εκτός από τις τρέχουσες εργασίες (μουσική επιμέλεια σε θεατρικές εκπομπές) ασχολήθηκε με τη γνωστή σειρά εκπομπών: "Η μουσική διαμέσου των αιώνων". Από το 1948 ώς το 1963 συνεργάσθηκε ως μουσικός με το Εθνικό Θέατρο (ειδικότερα σε έργα κλασικού ρεπερτορίου: Σαίξπηρ, Μολιέρο, κ.ο.κ.). Το 1957 έγραψε μουσική για την κινηματογραφική ταινία «Ο Πειρασμός». Διετέλεσε μέλος ΔΣ της ΕΕΜ και συνεργάτης του περιοδικού του Ελληνικού Ωδείου "Μουσική Κίνησις". Συνεργάστηκε επίσης με το ΕΙΡ και υπήρξε βασικός στηλοβάτης του «Γ΄ Προγράμματος». Μελετηρότατος και ακαταπόνητος πνευματικός εργάτης, άφησε πλούσιο μουσικολογικό, λογοτεχνικό και μεταφραστικό έργο. Πήρε χρυσό Μετάλλιο μουσικής αξίας για τη συμμετοχή του στο μουσικό συγκρότημα των Παρισίων "Estudiantina de Paris". Από τα μουσικολογικά άρθρα του επισημαίνουμε: "Η πολυφωνία στη βασιλική αυλή της Κύπρου στις αρχές του 15ου αι." ("Μουσική Κίνησις", τεύχος 65, 1954) και "Γνώμες των Πατέρων της Εκκλησίας για τη μουσική" ("Μουσική Κίνησις", τεύχος 80, 1955). Έγραψε επίσης άρθρα για την αρχαία ελλ. μουσική και αρκετά άρθρα για την επτανησιακή μουσική. Τέλος, στα μουσικά πεπραγμένα του ανήκουν και οι μεταφράσεις αφ’ ενός της 2τομης "Ιστορίας της Μουσικής" του Νόρμπερτ Ντυφούρκ αφ’ ετέρου της βιογραφίας του Μπαχ του Ζυλ Πήρσον. Για να γίνει αντιληπτή η πνευματικότητα, η ευστροφία και η πολυμάθεια του ανδρός, αναδημοσιεύουμε ένα γλαφυρό ιδιωματικό κείμενό του σε κεφαλλονίτικη διάλεκτο (από τις «Κεφαλλωνίτικες Ιστορίες») με τίτλο «Η Όπερα στην Κεφαλλονιά» και υπότιτλο «Το κάζο τση Αφρικάνας», το οποίο άλλωστε παρέχει αρκετές μουσικές πληροφορίες για πολλά από τα θέματα που ενδιαφέρουν το παρόν Λεξικό: «Η ταβέρνα του Κολοβομικέλη δεν είχε παρί τέσσαρους αβεντόρους ούλους-ούλους. Πρώτονε και καλυτερόνε τον ίδιονε τον Κολοβομικέλη, που ετραταριζότανε αβέρτα ό,τι ώρα τώσκαε από τσι βαρέλες του και χορτασμό δεν είχε. Οι άλλοι αβεντόροι ήταν ο Νικολής ο Καραπατάλιας, ο Αναπολέος ο γιος τση Κιάρας κι' ο Γιάκουμος ο Αμπάσος. Νια παρέα κ' οι τρεις τσου αχώριστη. Ούλη την ημέρα εκουβαλούσανε σακκιά κάτου στο μώλο και το σουρουπατάκι επαίρνανε απανώστρατες κ’ εκατασταλάζανε στην ταβέρνα του Κολοβομικέλη, για να ναν τήνε πιούνε και ναν τήνε πιούνε και ναν τήνε πούνε. Αφού λοιπό εστραγγίζανε κάμποσες μισόπιντες ρομπολούλα κ’ έμπαζε ο ένας τ’ αλλουνού σαράντα παποριές διαόλους - έτσι δηλαδή απά στη συζήτηση - ο Νικολής ο Καραπατάλιας, ο πρίμος κι ο κάπος τση παρεός, εξεκρέμασε την κιτάρα από τον πύργο, έκανε σσσ... κι ούλοι τσου εβουβαινόντανε. Τότενες σέρια-σέρια, σαν καπομπάντος, εκόρδιζε την κιτάρα κ’ έδινε στσου κολέηδές του τον τόνο: -Χρράπ... φτου... εμπήκε ο διάολος μέσ’ στο λαρύγκι μου απόψε... Μιέεε... Διάλε πάρ’ την κιτάρα, ούλο πέφτουνε οι κόρδες τση... Βωρέ Κολοβομικέλη, δε σου πα, βωρέ, να μην τήνε κρεμάς στον πύργο του σορόκου γιατί τήνε χαλάει η νοτιά, κακό να σώρτει, βόι....Λοιπό πάμετε ... Έεεϊ, Γιάκουμε, αποκοιμήθηκες βωρέ; Έλα ξύπνα και πιασ' τ’ αμπάσο. Για άκου δω: Μώωωω... Έτσι. Βωρέ Αναπολέο, τήραξε να πάρεις σωστά το σεγόντο: Νέεε... Όρσε ένα φάσκελο για τον κόπο σου! ... Βωρέ, μπουκούνι αφτί δεν έχεις, δεούτελο; ... Άκου δω άλλη για βολά: Νέεε... Βωρέ ψυχή μου σεγόντο φτου μου να μη μ’ αβασκαθεί!. Έλα λοιπόν, ομπρός ... Μπουμ - μπραμ, μπουμ - μπραμ... Έπαιζε πρώτα διο μπατούτες ακομπανιαμέντο στην κιτάρα, κι αμά έκανε ένα σινιάλο με το κεφάλι του κι'`αρκινάανε κι'`οι τρεις τσου μαζί το κάντο: Όφις μεγάλος κέφαλος μ’ έχει περιπλεμένο Κι’ από το μέρμηγκα τση γης βοήθεια περιμένω. Εδεκεί λοιπό έκανε κι ο Κολοβομικέλης να πιάσει σεγόντο με τη φαρτσαδούρα του και τσου εχάλαε ούλο το μεγαλείο!... -Βωρέ Μικέλη, κατάπιε, βωρέ τον αγκλέουρα κι άσε μας να κάμουμε τη στραβομάρα μας! ...Φτου, διάλε παρ’ τον ανόματο σου! ... Πάμετε βωρές, πάλε από ξαρκής. Μα τόμου εφτάνανε πάλε στο "βοήθεια περιμένω" λες κι έμπαινε ο διάολος μεσ’ στον καταπιόνα του Κολοβομικέλη και τσου τα ’κάνε πάλε θάλασσα με το φάρτσο του. Τέλος πάντω, ίσιαμε ναν τόνε καταφέρουνε να τσωπάσει, να σου κι’ αριβάριζε η Γιακουμίνα, η γυναίκα του Γιάκουμου λογάτε μ’ ένα φουντραδόρο στο χέρι και αρκίναε τον εξάψαρο τ' αντρός τση: -Βωρέ άτιμε, βωρέ ασυνείθηστε, που μώφαες τη νεότης μου και την μπελέτσα μου, που ήμουνα, νια τζελοδία, όπου να φας την κεφαλή σου σβέρδονα! Ίσιαμε πότα, βωρέ, θα σε μαζώνω μέσα από τσι ταβέρνες, έ; ... Ομπρός, ασήκω δελέγκου να πάμε σπίτι, ψημένε μου, κι’ εγώ θα σε σιγυρίσω!... Κ’ έδε έτσι εφινίριζε τσι πολυσσότερες βολές η καντάδα τση παρεός. Είγδανε κ’ απόγδανε από φκειό το καστίγο, ώσπου ένα μεσημέρι εδεκεί που εξαποσταίνανε κι’ οι τρεις τσου κάτου στο μώλο, ο Νικολής ο Καραπατάλιας επήρε την απόφαση: -Φινίρισε, πρέπει ν' αλλάξουμε ταβέρνα, αλλιώς προκοπή δε γλέπουμε. Από τη νια μεριά έχουμε τον Κολοβομικέλη με τη φαρτσαδούρα του, από την άλλη τη Γιακουμίνα που τόμου τήνε γδεις, βωρέ Γιάκουμε , κατουριέσαι στα βρακιά σου, δε μπορεί να μας ρεουσίρει καντάδα για καντάδα. Λοιπό, από δω και ομπρός θα πηγαίνουμε στην ταβέρνα του Πέπου. Άσε που εκεί δε θα μας βρίσκει η Γιακουμίνα, άσε πώχει και καλύτερη κιτάρα, μα το πουλιότερο γιατί εκεί πάνε αθρώποι που καταλαβαίνουνε από μουσική και από κάντο.. Εκεί γλέπεις, μαζεύουνται κι ούλοι οι κορίστες τση Όπερας, και πρέπει να κάμουμε σε δαύτους τη σπακάδα μας με σέρια καντάδα!... Έ;... Να ’χουμε και τα μέντε μας... Όπου λοιπό, να μην τα πολυλογάμε, εφορέσανε ένα Σαββατόβραδο τα καλά τσου και να σου τσου και κομπαρίρουνε στην ταβέρνα του Πέπου του Μαρτέζου. -Καλησπέρα σιορ Πέπο. -Καλησπέρα σας... Σα να μην τσου ’γδε με καλό μάτι ο Πέπος. Βωρέ, ψυχή μου αβεντόροι, εσυλλοΐστηκε, φακίνοι του Μώλου! Εφτούνοι οι πεινάει του Μώλου! Εφτούνοι οι πεινάοι σου είναι καλοί, με νια πίντα κρασί και δυο αγγιές πρέτζα, να μου πιάσουνε ένενα μάγκο ακαίριονε ίσιαμε το χάραμα. -Σιορ Πέπο, νια πίντα βοστυλίδι, ένα κουάρτο πρέτζα και την κιτάρα εδιάταξε ο Νικολής. Απόψε θ’ ακούσεις νια καντάδα μούρλια! Ούτε στην Όπερα δεν έχεις ακούσει τέτοιο κάντο!... Κ’ έριξε νια λοξή ματιά σε κάτι Ιταλιάνους κορίστες τση Όπερας, που εκουτσοπίνανε στο διπλανό μάγκο. Απά στην ώρα να σου κι’ αριβάρει στην ταβέρνα ο Πασκουαλίνο Αβιτάμπιλε, ο Κομπριμάριος τση Όπερας. Ένα θεριό ίσιαμ’ εκεί πάνου, με κάτι πλάτες σα μοροφίντο και μ’ ένανε σβέρκο βουβαλίσιονε. Νια μπουνιά να ’τρώες από δαύτονε, αντίο μαστέλο! Αδιάβαστος επήαινες στο Δράπανο! Για δαύτο κι ούλοι οι κορίστες τον εσκιαζόντανε σαν το διάολο. Κ’ εφκειός ξέροντάς το τσου εφερνότουνε σα να ’τανε μαμούρια του και τσώκανε τριώ λεφτώνε με τσι βρισιές του κάτι βρισιές αναπολιτάνικες, Θε μου και ήμαρτο! Άσε που για το τίποτσι τσου αλάλιαζε ούλους στσού ξεμπράχαλους. Εμπήκε, λοιπό, κορδωμένος και φουσκωμένος σα γάλο, είπε ένα ξερό "Μπουόνα σέρα" όλο ακαταδεξιά, κ' επήε κ’ έκατσε στο μάγκο όπου ήτανε καθισμένοι οι κορίστες. -Βωρές, λέει αγάλια-αγάλια ο Νικολής στσου κολέηδές του, να ο Αβιτάμπιλες. Τα μέντε σας να βγάλουμε την καντάδα μας περφέτα, για ναν του δείξουμε εμείς, του σπακαδόρου, τι πάει να πει κάντο! Ομπρός, λοιπό, σφιχτή φωνή και ιντονατσιόνε... Βωρέ, γιο τση Κιάρας, τα μέντα σου!... Έδωσε λοιπό τον τόνο, εσκυλόβρισε, όπως πάντα, τον Αναπολέο, που δεν έπιανε σωστά το σεργόντο με την πρώτη, κι αρκίνησε τ' ακομπανιαμέντο: Μπουμ-πραμ, μπου-πραμ, μπούπραμ-πραμ ... Για γδες τι ωραίο ζευγάρι ούλο ομορφιά και χάρη. "Κρεπάτε, μπέστιε!..." Παναγία βόχτα! Φωνή ήτουνε ετούτη ή τρομπονιά! Πάει στο διάολο ούλη η ντολτσέτσα του κάντου. Οι τρεις κολέηδες εκόψανε αγγελοκρουσμένοι την καντάδα κ’ επεταχτήκανε αλόρτοι, σα ναν τσώκρωξε κάνας τσόρτζινας. Απάνουθέ στου εστεκότουνε ο Αβιτάμπιλες, αψηλός σαν το Καμπαναριό τ’ Άη Σπυριδώνου κι αγριεμένος σα λιόντας. Ο Γιάκομος κι ο Αναπολέος ελουφάξανε από την σκιαγμάρα τσου μα ο Καραπατάλιας μ’ όλο που ήτανε δυών απιθαμώνε άθρωπος, δεν ασήκωνε κάτι τέτοια αφρόντα. Εδρασκέλησε το μπάνκο όπου εκαθότουνε κ' επήε κ’ εστάθηκε, ανασκατζωμένος σαν κοκορέλι, άντικρυ στον Αβιτάμπιλε. -Τι ορίζεις από μας σιορ Πασκουαλίνο; του λέει. -Κρέπα, λέω και ντόσε μου το γκιτάρα. Ίο κάντο, εσύ γκαρίζει. -Βωρέ άτιμε, ρουφιάνε τση Νάπολης, εμένανε λες, βωρέ, πως γκαρίζω; ...Βωρέ, εμετάλαβες πριν αποφασίσεις να μου πεις τέτοιο λόγο, λαζαρόνο; Δεν επρόκαμε να πει τίποτ’ άλλο ο ψημένος ο Νικολής, οπού απλώνει τη χερούκλα του ο Αβιτάμπιλες, τον αρπάζει από το πέτο, και με τ' άλλο του το χέρι του κατεβάζει κάτι μπουνιές κατάμουτρα, που το αίμα επετάχτηκε άμπουλες από τα ρουθούνια κι από το στόμα του Καραπατάλια. Κι αμά, βασταίνοντάς τονε εδεέτσι, τόν εκωλόσυρε ίσιαμε την πόρτα τση ταβερνός, και με νιαν αμπωσιά τον επέταξε μέσα στσι λάσπες και στι καβαλίνες του καντουνιού, κι όλο σπακάδα εματαγύρισε στο μάγκο όπου εκαθότουνε. Κ’ ενώ ούλοι οι κορίστες εβαρούσανε παλαμάκια κ' εφωνάζανε: "Μπράβο, μαέστρο, μπραβίσιμο, πρίμο γκουαλιόνε ντι Νάπολι!" εκειός επήρε την κιτάρα, την εκόρδισε, και με νια φωνή, σαν τη σουρίχτρα του αουστριακού παπόρου, αρκίνησε να τραγουδάει το "κουέστα ο κουέλα περ με πάρι σόνο..." από το Ριγκολέττο. Ο έρημος ο Γιάκουμος κι ο γιος τση Κιάρας ούτε τσα δεν είπανε, παρί εφορέσανε τα μπερετόνια τσου και, λάου - λάου, μην πάει και τσου γδει ο Πασκουαλίνος, εβγήκανε από την ταβέρνα κ’ επήανε κοντά στον κολέα τσου το Νικοκλή, που πασαλειμένος ούλος από λάσπες και καβαλίνες, επολέμαε να σταματήση τα αίματα του ετρέχανε ρονιές από τη μύτη του κι από τα γούλια του. -Σ’ εβάρεσε, βωρέ Νικολή; του λέει ο Γιάκουμας, έτσι για να πει κάτι τις. -Α' στο διάολο, μελιδιαστείτε φύετε ομπροστάθενές μου, θρασύμια!... Βωρέ κολέηδες να σου πετύχη!...Πάμετε, βωρές, μα σας υπόσκουμαι πως θα μου το πλερώσει και με το διάφορο, εφκειό το ισούρτο που μώκαμε, ο τραϊτούρος!... Έτσι λοιπό επήε αμόντε κ' ετούτη η καντάδα. Εκειές τσι μέρες ούλο τ' Αργοστόλι ήτανε συνταορισμένο ένεκα που η ιταλιάνικη κομπανία τση Όπερας ετοιμαζότουνε ν’ ανεβάσει την "Αφρικάνα". Οι αφεντάδες τ’ Αργοστολιού, που την είχανε γδει στσι πιο φαμόζες Όπερες τση Ιταλίας εκουνάανε σέρια-σέρια το κεφάλι τσου κ' ελέανε: -Μπα, μπα, αδύνατον να ρεουσίρει εφκείνη ο όπερα στο Κέφαλο μ’ ετούτηνε την κομπανία. Εγώ, δετόρο μου, την είγδα στη Σκάλα του Μιλάνου κ' ετσουπίρησα. Ολόκληρη καραβέλα είχανε στήσει απά στο παρκοσένικο κ’ επήε να μώρτει φαστίδιο τόμου άκουσα εκειές τσι θεοκορόνες του Ταμάνιο και τσι βοκαλαζατσιόνες τση Αντελίνας, που ήτανε μια λόντρα! Άσε εκειόνε τον κερατά το μπαρύτονο - εξέχασα πως τον ελέανε - πώκανε το Νελούσκο. Την ώρα που ετραγούδαε το "Ανταμάστορ ρε ντε λ’ άκουα προφόντα" ετρίζανε οι σπιέρες τση Όπερας κι ο πολυέλαιος τση σάλας εκουνιότουνε ολόκληρος από τη φόρτσα τση φωνής του!... Κ’ ετούτοι δω οι νιανιαρίτσηδες θα μπορέσουνε να τραγουδήσουνε τέτοια όπερα; Τι λες κ' ελόου σου; -Εγώ να σου πω, κόντε Τζεντιλίνη μου, την Αφρικάνα την άκουσα στο Σαν Κάρλο, τότενες που εσπούδαζα δετόρος στη Νάπολη. Κ’ εκεί θυμώμαι οπούχανε στήσει μια αθεώρητη καραβέλα κι’ αναρωτιέμαι πως διάολο θα χωρέσει απά στο παρκοσέλινο του Κέφαλου να στηθεί εφκείνη η καραβέλα, που ούτε κανό Ληξουριώτικο δε χωράει απά σε δαύτο. Όσο για τσι φωνές του θεατρίνωνε δε λέω, έχεις δίκηο να μην στιμάρεις και τόσο, όμως όξω από τη φωνή τση Πιμπρινέλας που θα τραγουδήσει την Αφρικάνα και που εγώ τη στιμάρω για καλύτερη από την Αντελίνα. -Χα, χα ... Μη λες τέτοιες μπούρδες, δετόρο μου. Ξέρω πως την Πιμπρινέλα την έχεις μαντενούτα σου, μα εφκειό δεν είναι κι αργκομέντο για να μας την παρασταίνεις πως είναι τέτοια τσελεμπριτά. Κι απορώ πως βάνουνε την Πιμπρινέλα να τραγουδήσει Αφρικάνα, τη στιγμή που ούλος ο κόσμος στιμάρει την Εστερίνα για καλύτερη τση. -Βέβαια, γιατί είναι δικιά σου μαντενούτα... Μα λέε ό,τι θέλεις, σιορ κόντε μου, η Εστερίνα σου δεν είν’ άξια ούτε να δένει τσου φιόγκους του σκαρπινιώτε τση Πιμπρινέλας μου. -Εφκειό θαν το γδούμε από το σουριξίδι που θα φάει στηην πρεμιέρα η σιόρα Πιμπρινέλα σου, ούτε για κομπριμάρια δε θα την έπαιρνα. Στο αναμεταξύ ο Ενρίτσης, ο ρετζισόρος τση κομπανίας τση Όπερας, εγύριζε κάτου στο Μώλο κ' εμάζωνε όσους τεμπέληδες κι όσους φακίνους του φόρου έβρισκε ομπροστά του, για να τσου βάλει να κάμουνε τσου άγριους που σαραταίνουνε μέσα στην πρακαρισμένη καραβέλα του Βάσκου ντε Γκάμα και τα κάνουνε γης μαριάμ. Να σου λοιπό και τα φέρνει ο διάολος έτσι κι αγκαζέρνει μαζί με τσου άλλους και τον Νικολή τον Καραπατάλια με τσου δυο κολέηδές του ... Τελοσπάντω έφτασε κ’ η μέρα τση πρόβας τζενεράλε. Πρώτη του δουλειά του Ενρίτση ήτανε να γδύσει ίσαμε τη μέση τσου κομπάρσους που θα εκάνανε τσου άγριους και ναν τσου βάψει με νεβροφούμο, μαύρους. Αμά, τσώβαλε στο κεφάλι από ένα μάτσο φτερά από γαλοπούλα κ’ έδωσε στον καθένα να βαστάει από ένα φασινελόξυλο για ρόπαλο. Ύστερα τσου επόστιασε σε μιαν αγκωνή οπίσω από τσι κουΐντες και τσου ’πε: -Τώρα περιμένει ούλο εντώ τρανκουΐλό, και σκασμό να σε φάει. Και προσέκει εμένα. Απένα κατεβάζει εγκώ το βρακίων μου, εσύ μπαίνει στο παλκοσέλινο και βαράτε το μαρινάρι. Ντηλαντή στο ψέμα βαράτε, όκι στ' αλήθεια. Εκατάλαβα; ... -Ναίσκε μόνο που δεν εκαταλάβαμε καλά τι μας είπες για το βρακί σου, σιορ Ενρίτση το ’πε ο Καρατάλιας. Τόμου το κατεβάσεις, πάει να πει εμείς θα κάμουμε ούρδου στο παρκοσένικο; -Κε μπέστιε: Εγκώ ντεν είπες βρακί, βρακίων είπες, βρα-κί-ων! Και με τη δεξιά του απαλάμη χτύπησε τ’ αριστερό του μπράτσο. -Βωρέ, το χέρι του μας το λέει βρακί, είπανε ψιμογελώντας οι άγριοι. Καλό, εκαταλάβαμε, σιορ Ενρίτση, το χέρι σου θέλεις να πεις. -Σι, σι, το κερί. Εγκώ βρακίων το ξέρεις ελληνιστί... Και τώρα κρεπάτε και ατεντσιόνε!... Κ’ η ορκέστρα αρκίνησε να παίζει το πρελούντιο. Ύστερ’ από λίγο να σου και το κόρο. Ομπρός-ομπρός επήαινε κορδωμένος σαν παγώνι ο Αβιτάμπιλες, ντυμένος καρντινάλες ... Τόμου τον είγδε ο Καραπατάλιας ανασκαντζώθηκε σαν αγριόγατος: "Εντοσής, ο άτιμος - εμουρμούρισε - εντύθηκε και καρτνινάλες, ο σπακαδόρος, για να μας κάμει τον κάργα .. Α βωρέ και ναν τον είχα νια στιμή του χεριού μου, ναν του κατεβάσω μία μ’ ετούτο δω απά στην καρκάλα και ναν του την ανοίξω στα δύο!" κ' εζύασε στη χούφτα του το φασινελόξυλο. Μα ο Αβιτάμπιλες επέρασ’ ομπροστάθενέ του δίχως ναν τόνε προσέξει, κ’ εβγήκε στο παρκοσένικο μαζί με τσου άλλους κορίστες, που εκάνανε τσου καρτνινάληδες, τσου τζενεράληδες και τσου αμιράληδες τση Λισμπόνας. Επαίχτηκε λοιπό το πρώτο το άτο, επαίχτηκε και το δεύτερο, όπου στο δεύτερο διάλειμμα γένεται ένα μαλιφίτσι, που έλεες πως από μομέντο σε μομέντο θα εγκρεμιζότουνε ο Κέφαλος. Ήπρεπε γλέπεις να στηθεί απά στο παρκοσένικο ολόκληρη καραβέλα για το τρίτο άτο. Ο Ενρίτσης έτρεχε απάνου-κάτου, αγραμπαλωνότουνε απά στα καδρόνια και στα σκοινιά, έβριζε τσου μαστόρους, τον εβρίζανε κ’ εκείνοι, και τελοσπάντω, ύστερα από μισής ώρας σάλαο κι αναβλιατσίκι, εστήθηκε νια καραβέλα σπετακολόζα, με δυο μπόντηδες κ’ ένα άρμπουρο στη μέση. Εσκαρφάλωσε ο Αβιτάμπιλες απάνου στ’ άρμπουρο, και για να μην ξαγκλυστρήσει και πέσει, εδέθηκε σε δαύτο από τη μέση του με το φαρδύ κόκκινο ζωνάρι του. Έπειτα εποστιαστήκανε κ’ οι ρέστοι θεατρίνοι, το κόρο κ’ οι κομπάρσοι στα πότσα τσου, και το σεπάριο ασηκώθηκε για το τρίτο άτο. Ο Ενρίτσης έτρεξε στσου άγριους, που επεριμένανε στσί κουΐντες ναν τσου κάμει το σινιάλο, και τσου εφώναζε: -Ατεντσιόνε, ιν κουέστο άτο είναι το σειρά σου. Απένα κατεβάζει εγκώ το βρακίων μου, όλοι τρέκα και βαράτε το μαρινάρι... Όκι στο αλήθεια, στο ψέμα βαράτε!... Στ’ αναμεταξύ, απά στο παρκοσένικο εγενότουνε τέτοιο σούσουρο κι αναβλιατσίκι, που εστουπίρηζε το τσερβέλο τ’ αθρώπου. Ο Νελούσκος εχάλαε τον κόσμο με τη μπαλάτα του. Αμά το κόρο. Αμά ο Βάσκος ντε Γκάμας. Αμά ο καβγάς του Ντον Πέντρου με το Βάσκο... Και να σου πάλε ο Ενρίτσης που τρέχει κατά τσου άγριους σκούζοντας: -Ατεντσιόνεεε... Μα ο Καραπατάλιας δεν έδινε τσεντέζιμο για ούλον εφκειόν το σάλο, μόνε εστεκότουνε βουβός, με το μάτι του καρφωμένο απά στον Αβιτάμπιλε, που, δεμένος πάντα απά στο άρμπουρο, έκανε τάχατες πως ετήραε μακριά στο πέλαο, βάνοντας κάθε τόσο την απαλάμη του κοφτά απάνου απά τα μάτια του, και ξάφνου, σαν κάτι να ’γδε κι αγγελοκρούστηκε, μπήζει νια φωνή: Λα τσιούρμα σία πρέστα ε κουί λα τεμπέστα... Δελέγκου τότενες αρκινήσανε πίσω από τσι κουΐντες να βαρούνε λάτες και κασέλες του πετρελαίου, για να παραστήσουνε πως ετρακάρησε η καραβέλα απά στσου πάγκους. Κι ο Ενρίτσης ασήκωσε το χερι του, κάνοντας σινιάλο στους άγριους για το ατάκο... Έτσι, ίσιαμε το φινάλε η πρόβα επήε πρίμα. Κι ο Ενρίτσης έτριβε τσι απαλάμες του κατακονσολάδος κι ούλο έλεε: -Μπένε, μπενίσιμο, ούτε στο Σκάλα ντι Μιλάνο ντεν ρεουσίρει έτσι ... Στο αναμεταξύ ο Καραπατάλιας είχε σκαρώσει το σκέδιό του. Το ίδιο βράδυ εμάζωξε κάτου στο μώλο ούλους τσου φακίνους που εκάνανε τσου άγριους, και, ψου-ψου-ψου αρκίνησε ναν τσου ορμηνεύσει για κάτι. Τι τσώλεε; ο Θεός κ’ η ψυχή του. Τελοσπάντω, μοναχοί τσου τα ’πανε, μοναχοί τσου τ’ ακούσανε. Στο φινάλε εβρεθήκανε ούλοι τσου σύμφωνοι. Κι’ αφού ορκιστήκανε πως, μα τη Δραπενιώτισσα, θα εκάνανε κατά πως τσου ορμήνεψε ο Νικολής, και πως ούτε του παπά δεν θαν το ελέανε, εσκορπίσανε, και, λάου-λάου σαν κονσπιρατόροι, επήανε καλιά τσου. Όπου λοιπό, εξημέρωσε κ’ η μέρα τση πρεμιέρας. Κάνα κουάρτο τση ώρας μπριν ασηκωθεί το σεπάριο, οι λότζες του Κέφαλου είχανε γιομώσει από αρκοντολόι. Κι’ ήτανε, βεραμέντε, νια τζελουδία να τηράς τσι ομορφοστολισμένες αρκόντισσες. Τι σπετάκολο ήταν εκείνο, βωρέ γιε μου! Τα μαργαριτάρια και τα μπρελάντια αστραφτοκοπάανε στα φώτα τση σάλας, ομορφοποστασμένα απά τσα μαλλιά, στ’ αφτιά, στσου λαιμούς, στ’ αφράτα στήθια, στα μπράτσα και τσα δάχτυλά τσου. Ξάφνου η ορκέστρα ατακάρησε τα πρώτα ακκόρντα τση ιντροντουτσιόντας, κι ούλες οι κουβέντες και το σούρουμο εκοπήκανε στο μομέντο κι ο κόσμος εστήλωσε τα μάτια του κ' εξετέντωσε τ’ αυτιά του για να νουδέρει την όπερα. Και, μα το ναι, πρώτη βολιά ήγλεπε τ' Αργοστόλι, παρόμοια σπετακολόζα παράσταση. Οι αρκόντοι, κατακονσολάδοι από το μεγαλείο τση, επετάανε μποκέδες και πιτσούνια, δεμένα ζευγαρωτά από τα ποδάρια με μεταξωτές κορδέλες, στσι θεατρίνες και στσου θεατρίνους, ύστερα από κάθε κορώνα τσου. Το πόπολο πάλε εχάλαε τον κόσμο με τσι φωνές και με τα παλαμάκια. Ο Ενρίτσης, γλέποντας από τσι κουίντες ούλο εφκειό το ντελίριο έτριβε τσι απαλάμες του από τη χαρά του κι ούλο εμουρμούριζε: "Μιρακολόζο!... Μιρακολόζο!". Αν πεις και για την Πιμπρινέλα, αηδόνι μονάτο! Ο δετόρος ο Τρίκαρδος επήαινε να κρεπάρει γλέποντας εφκειό το τριόμφο τση που παρόμοιο δεν είχε γδει ποτέ τση η Εστερίνα του ούτε στον ύπνο τση. Όπου, τελοσπάντω, έφτασε κ’ η ώρα του τρίτου άτου, που ’ναι και το πιο σπετακολόζο τση όπερας. Τόμου λοιπό ασηκώθηκε το σεπάριο, ούλοι απομείνανε με νιαν οργιά στόμα ανοιχτόνε. Ω γιε, τι ήτανε εφκειό, το μιράκουλο! Μνήστητί μου Κύριε!... Βωρέ, πως διάολο εστήσανε ούλη εφκείνη την καραβέλα σε νιαν αμαλαγιά τόπο; ...Και τι καραβέλα! Με τα ούλα τση: μ’ άρμπουρα, με ξάρτια, με μπόντηδες, με... με... κ’ εγώ δεν ηξέρω τι! ... Ούλοι εστουπίρανε από ’φκειο το σπετάκολο! Στο αναμεταξύ η παράσταση επροχώραε. Ο Νελούσκος με την μπαλάτα του έκανε να τρίζουνε οι σπιέρες του Κέφαλου τόση φόρτσα είχε η φωνή του. Αμά το ντουέτο του καβγά του Βάσκου με το Ντον Πέντρο, τι σώλεε; Αναρίτσιαζε το πετσί σου ναν τσου ακούς να ξελέχουνται σα βαρκαριόλοι. Κι α δεν επέφτανε στη μέση οι ναύτες κ' οι στρατιώτες, σίγουρα ο Βάσκο θα ’στερνε, με κανιά μαχαίρια, στο Δράπανο το Ντον Πέντρο. Εκόντευε κ’ η ώρα που θα εκάνανε ούρδου κ’ οι άγριοι με τα φασινελόξυλα. Ο Ενρίτσης, με το χέρι ασκωμένο ανάερα, επερίμενε ναν τσου δώσει το σινιάλο. Ο Αβιτάμπιλες, σκαρφαλωμένος απάνου στ’ άρμπουρο και δεμένος σ’ εδαύτο με το ζωνάρι του, εκορδωνότουνε, θαρρώντας πως ούλος ο κόσμος δεν ετήραε τίποτσι άλλο παρί εδαύτονες μονάχα. Κι ο Καραπατάλιας εστεκόντουνε απίσω από τσι κουίντες, με το μάτι του καρφωμένο απά στον Αβιτάμπιλε κι έπαιζε στη φούχτα του το φασινελόξυλό του. Οπού σε νια στιμή γυρίζει και λέει στους άλλους άγριους: -Τα μέντε σας, βωρές, όπως είπαμε, ε; -Έγνοια σου, Νικολή ... τ’ αποκριθήκανε εκείνοι. Μέσ’ στην ώρα μπήζει τσι φωνές ο Αβιτάμπιλες απάνουθε από τ' άρμπουρο. "Λα τσιούρμα σία πρέστα ε κουί λα τεμπέσταααα!". Το τι εγίνηκε τότενες δεν περιγράφεται. Με το σινιάλο του Ενρίτση, πρώτος εχούμηξε στο παρκοσένικο ο Καραπατάλιας κ’ εσκαρφάλωσε δελέγκου-δελέγκου, σα μόμολα, απάνου στ’ άρμπορο όπου ήτανε δεμένος ο Αβιτάμπιλες κι αφού ετήραξε πούθενε τον είχε καλύτερα του χεριού του, ασηκώνει το φασινελόξυλό του και του το κατεβάζει απά στην πλάτη μ’ ούλη του τη φόρτσα. Κ’ ετούτη δική του κ’ η άλλη δική του!.... Ο μαγκούφης ο Αβιτάμπιλες, καθώς ήτανε εδεέτσι δεμένος με το ζωνάρι του, δεν εμπόρειε όχι μονάχα να κατέβει από το άρμπουρο, μα ούτε να κουνηθεί καλά-καλά μόνε ανέμιζε τα χέρια του, πολεμώντας πότε ν’ αρπάξει το φασινελόξυλο του Καραπατάλια και πότε να φυλαχτεί από δαύτο. Μα ναι! ο Νικολής τον είχε φερμάρει καλά και σε κάθε φασινελοξυλιά που του εκατέβαζε του εφώναζε: -Αρπαχτήκανε κ’ ετούτη, σκαραφόνο, από μέρος μου, για να μάθεις να μου κόβεις άλλη βολά την καντάδα με τσι μπουνιές!... Να κι άλλη μία από μέρος τση παρεός. Στο φινάλε, γλέποντας ο Αβιτάμπιλες πως ήτανε αδύνατο μα γλυτώσει μοναχός του, από το πέστο του Καραπατάλια, έμπηξε απορπισμένος τσι φωνές: -Αγιούτοοοο: Σοκκόρσο α μέεε!...Αρρεστάτε λ’ ασσασσίνοο! Μα ναι! Μέσα σ’ ούλο εφκειό το μαλιφίτσι και το σάλο που εγενότουνε μέσα στο θέατρο, ποιος τον άκουε!... Στο αναμεταξύ κάτου στο παρκοσένικο εγενότουνε άλλη φέστα. Οι άγριοι είχανε πέσει με τα φασινελόξυλα απά στους κορίστες, και που σε πονεί και που σε σφάζει! Εβαράανε με την ψυχή τσου όποιονε εβρίσκανε ομπροστά τσου. Τσι επασαλείφτηκε κι ο Βάσκος Ντε Γκάμας, έφαε κι ο Νελούσκος μια φασινελοξυλιά απά στο κούτελο, οπού τ’ ασήκωσε ένα μπαμπόνι σα μπαρδάσα... Ο Ενρίτσης κι ο κόσμος δεν εκαταλάβαινε αμέσως τι συμβαίνει, κ’ ελέανε πως ούλο εφκειό το ξύλο έπεφτε στα ψέματα και πως οι σκουζιές κ’ οι βλαστήμιες ήτανε τση παράστασης. Τόμου όμως οι κορίστες, οι βουλιασμένοι, αρκινήσανε να τρέχουνε για να κρυφτούνε πίσω από τσι κουίντες κ’ άλλοι να σαρταίνουνε κάτου στην ορκέστρα και να κουτρουβαλιάζονται απά στσου μουσικάντηδες, για να γλυτρώσουν από τσι φασινελοξυλιές τουν αγρίωνε, τότενες ανανοηθήκανε ούλοι για το μακελειό που εγενότουνε. Ο Ενρίτσης έτρεχε σαν άλαλος για ναν τσου ξεχωρίσει, βλαστημώντας και σκούζοντας: "Όκι στο αλήτεια, στο ψέματα βαράτε ...". Μα το αποτέλεσμα ήτανε να φάει κ' εκειός καμπόσες ξυλιές και να τρέξει να κλειδωθεί μέσα σ' ένα καμαρίνι, κατουρημένος από το φόβο του. Όπου να σου κι αριβάρουνε οι κωροφυλάκοι. Τόμου τσου ’γδανε οι άγριοι, επετάξανε στο μομέντο τα φασινελόξυλα, κι όπου φύει-φύει. Φεύγοντας κι’ ο Αναπολέος εστάθηκε κάτουθε από τ’ άρμπουρο κι εφώναξε του Καραπατάλια: -Βωρέ Νικολή, τα μέντε σου κ’ επλακώσανε οι κωροφυλάκοι! Φύε δελέγκου κι άστονε καλά τον εσιγύρισες!... Και τόντις, τον είχε κάμει κακοθάνατο από το ξύλο τον Αβιτάμπιλε, Άμπουλες επέταε το αίμα από το στόμα του, κι α δεν τον εκράτειε το ζωνάρι του, θα ’χε κουτρουβαλιαστεί απά στο παρκοσένικο. Τον εκατεβάσανε σέκκο από το άρμπορο, με το κορμί του μαυρομελιανιασμένο, με δύο παΐδια τσακισμένα και με την καργκάλα του σημαμένη για καλά. Δελέγκου τον εξαπλώσανε σε νιαν ανεμόσκαλα και τίρα-βία τον εκουβαλήσανε στο σπιτάλιο. Τση Πιμπρινέλας τσ’ είχε έρτει φαστίδιο από το φόβο τση και δεν έλεε να ξελιγοθυμήσει μ’ ούλους τσου μόσκους που τση εδίνανε να μυριστεί και μ’ ούλα τα τριψίματα που τση εκάνανε ...».

Πηγές