Σκλάβος Γεώργιος

Από Musipedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

(Βράιλα 1886 - Αθήνα 1976). Διακεκριμένος μουσουργός, καθηγητής μουσικής, μουσικοκριτικός και μουσικολόγος, από τους βασικούς εκπροσώπους της Εθνικής μας Σχολής (επίσης, από τα ιδρυτικά μέλη της ΕΕΜ και κατά καιρούς μέλος στο ΔΣ της). Γεννήθηκε στη Ρουμανία από γονείς Κεφαλλήνες (διαθέτουμε στο Αρχείο μας το Πιστοποιητικό 108510/12.10.1951 του Δήμου Αθηναίων, που βεβαιώνει ως χρονολογία γέννησης το 1886 και όχι το 1888, όπως συνήθως αναφέρεται στις πηγές. άλλωστε υπήρξε κληρωτός του 1907...). Σπούδασε σε ελληνικό σχολείο της Ομογένειας κι από μικρός συμμετείχε σε χορωδία εκκλ. μουσικής, όπου διαπίστωσε τη μουσική κλίση του (όπως έλεγε ο ίδιος χαριτολογώντας: "ήταν μια χορωδία χριστιανικής μουσικής που τη διηύθυνε Εβραίος!..."). Ήρθε στην Αθήνα και γράφτηκε στο Ωδείο Αθηνών (1907). Σπούδασε αρχικά με τον Εντ. Σάκερντοτ και στη συνέχεια φοίτησε στις τάξεις ανώτερων θεωρητικών του Αρμ. Μαρσίκ. Απεφοίτησε το 1913 κι αμέσως προσλήφθηκε στο διδακτικό προσωπικό του Ωδείου. Παράλληλα μετέσχε στο «Ελληνικό Φωνητικό Κουαρτέτο» (με τους Παπαδημητρίου, Κοντογιάννη, Μιχαλόπουλο) σύνολο που πρωτοεμφανίστηκε το 1914, ενώ εκείνος, ήδη από το 1912, είχε διοριστεί στη Χορωδία της Ρωσικής Εκκλησίας. Στο μεταξύ, το 1909, αναφέρεται μεταξύ των χορωδών του "Γ' Ελληνικού Μελοδράματος". Στα πεπραγμένα του εκείνης της εποχής ήταν και η διεύθυνση της ορχ. στην παράσταση του «Οιδίποδα τυράννου», με πρωταγωνιστή τον Εδμ. Φυρστ (Βασιλικό Θέατρο, 10.4.1912) και η ενορχήστρωση του δημοτικού τραγουδιού «Το γεφύρι της Άρτας» (από τη Συλλογή του Κ. Ψάχου) που παίχτηκε στην ίδια παράσταση, συνοδεύοντας ένα «ταμπλώ βιβάν» της Νέας Ελλάδος. Στη συνέχεια, ο Γ. Σκλάβος "ρίζωσε" στο Ωδείο Αθηνών και εκεί δίδαξε χαλκέντερος επί 55 συναπτά έτη (ιστορία της μουσικής, ανώτερα θεωρητικά και ενοργάνωση, 1913-1968) διατελώντας για μεγάλο διάστημα και έφορος της βιβλιοθήκης του Ωδείου (από το 1924). Το 1919 διηύθυνε την «Πρότυπον Στρατιωτικήν Χορωδίαν», με πιανίστα τον Θ. Πίνδιο. Στους κατά καιρούς μαθητές του περιλαμβάνεται ευρύτατο φάσμα μουσικών προσωπικοτήτων του τόπου (αλφαβητικά): Έπη Αγγελίδου, Μιχάλης Αδάμης, Bασίλης Αρχιτεκτονίδης, Παναγιώτης (Τάκης) Γεωργίου, Θάνος Ερμήλιος, Γαϊτάνος Ζουφρέ, Ελένη (Λέλα) Νησιώτη-Ζωγράφου, Γιάννης Θανόπουλος, Aλέξανδρος Θεοφιλόπουλος, Γιάννης Ιωαννίδης, Αθανάσιος Κόκκινος, Λάζαρος Κουζηνόπουλος, Γεώργιος Μαλαφής, Ιωάννης Μαργαζιώτης, Γιάννης Μαρκόπουλος, Μάκης Μαύρος, Δημήτρης Ν. Ντουφεξιάδης, Αλέκος Ξένος, Αναστάσιος Ρεμούνδος, Γιώργος Σισιλιάνος, Σπύρος Στεργίου, Νίκος Τσιλίφης, Θεόδωρος Χατζηθεοδώρου, ο γράφων, κ.ά. Τα πρωτόλειά του ως συνθέτη ήταν η μουσική κωμωδία "Νιόβη" (1916-1917 σε λιμπρέτο Ι. Ευθυμίου, της οποίας συμφωνικά αποσπάσματά παίχτηκαν το 1920 σε συναυλία του Ωδείου Αθηνών) καθώς και ορισμένες μελωδίες (που εκδόθηκαν από τον Οίκο «Μπράιτκοπφ και Χαίρτελ» της Λειψίας). Κατόπιν συνέθεσε σκηνική μουσική για το δράμα "Κυρά Φροσύνη" του Γ. Ασπρέα και «6 κομμάτια για πιάνο (1921;). Το 1922 συνέθεσε τοσο το συμφωνικό ποίημα "Αετός" (το δημοφιλέστερο έργο του) όσο και τα συμφωνικά έργα: "Κρητική φαντασία" και "Αρκαδική σουϊτα". Το 1924, το μονόπρακτο μελόδραμά του (σε 2 Εικόνες) "Λεστενίτσα" βραβεύθηκε στον Αβερώφειο Μουσικό Διαγωνισμό του Ωδείου Αθηνών. Επόμενα έργα του: το "Ηρωϊκό ποίημα" (1926, για ορχ.) και τα "2 Ειδύλλια του Θεοκρίτου" (επίσης για ορχ., 1928). Ακολούθησαν 4 μελοδράματα σε λιμπρέτα του Στ. Σπεράντσα: "Κασσιανή" (1929-1936), "Κρίνο στ' ακρογιάλι" (1937-41), "Αμφιτρύων" (λυρική κωμωδία, 1955-60) και "Το Πανηγύρι τ’ Άι-Γιωργιού" (μονόπρακτη όπερα, 1962). Έγραψε επίσης το «Ηρωικό Ποίημα» (1926, ανεκτέλεστο), το συμφωνικό ποίημα "Νησιώτικος γάμος" (1937), "5 τραγούδια" (αχρονολόγητα, που το 1958 μεταγράφηκαν για υψίφωνο και ορχ.), και "βυζαντινά μέλη" εναρμονισμένα για μικτή χορωδία (επίσης αχρονολόγητα). Εκτός τούτων, διασκεύασε και εναρμόνισε αρκετά δημοτικά τραγούδια (με πιο επιτυχημένο «Τα κλεκτόπουλα», κ.λπ.) και μετέφρασε στα ελληνικά τα λιμπρέτα πολλών μελοδραμάτων του ρεπερτορίου, όπως: "Τζιοκόντα", "Απαγωγή απ’ το Σεράι", "Γάμοι του Φίγκαρο", "Μαγικός αυλός", "Ελεύθερος σκοπευτής", "Οιδίπους επί Κολωνώ", «Άλκηστις", κ.λπ., καθώς και ορατόρια: "Παιδική ηλικία του Χριστού", "Καταδίκη του Φάουστ", "Βασιλεύς Δαβίδ", κ.λπ. Το 1933 μετέφρασε, συμπλήρωσε και εξέδωσε την "Επίτομο Ιστορία της Μουσικής" του Γερμανού σοφού Ούγκο Ρήμαν, ένα από τα εγκυρότερα μουσικά βιβλία που κυκλοφόρησαν ποτέ στην Ελλάδα. Διετέλεσε ιδρυτικό μέλος των «Λαϊκών Συναυλιών», έφορος της βιβλιοθήκης της ΚΟΑ (1943), γεν. δ/ντής της ΕΛΣ (1946-49), καθηγητής του Ωδείου Πειραιώς (1924-1968) και γεν. δ/ντής του ίδιου Ωδείου (1963-68). Ως μουσικολόγος, έγραψε πάμπολλα εξαιρετικά άρθρα και μουσικές κριτικές σε εφημερίδες και περιοδικά. Επίσης, περισπούδαστα λήμματα σε Εγκυκλοπαίδειες και Λεξικά καθώς και πολλές αναλύσεις συμφωνικών και λυρικών έργων στα Προγράμματα της ΚΟΑ και της ΕΛΣ. Έδωσε πολλές διαλέξεις και μετέσχε στο 3ο Πανιόνιο Συνέδριο (23-29.9.1965) με την εισήγησή του «Η συμβολή της Επτανήσου εις την ανάπτυξιν της μουσικής εν Ελλάδι». Εντρυφώντας στο έργο του ως συνθέτη, παρατηρούμε ότι η μουσική του περιέχει λαϊκές και βυζαντινές ιδέες, που επενδύονται με ανεπιτήδευτη ρομαντική αρμονία και πολύχρωμη "εύηχη" ενορχήστρωση. Ως καλύτερο έργο του ο ίδιος θεωρούσε την όπερα "Κρίνο στ' ακρογιάλι". Επανειλημμένα τόνιζε στους μαθητές του (μεταξύ των οποίων και στον γράφοντα): "Δεν μπορώ να καταλάβω τη μουσική που στηρίζεται στα μαθηματικά, αλλά αναγνωρίζω ότι το παν εξελίσσεται. Αν κριθώ μ’ αυτά τα μέτρα η μουσική μου είναι συντηρητική, είναι όμως --πιστέψτε με-- βγαλμένη μέσα από την καρδιά μου. Γέρασα διδάσκοντας και σαν όλους τους γέρους πιστεύω ότι ο κόσμος ήταν παλιότερα καλύτερος, όπως και η μουσική του...". Τιμήθηκε με τον «Ταξιάρχη του Φοίνικος». (Για περισσότερα, δες σχετικό Άρθρο του Θ. Ταμβάκου, στην Εφημερίδα «Νέοι Αγώνες Ηπείρου», 15.5.1996).

Πηγές